Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εμπορίου και Βιομηχανίας για την πρόταση νόμου που τιτλοφορείται «Ο περί Καταναλωτικής Πίστης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2001» και για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Καταναλωτικής Πίστης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2002»

Παρόντες:

Λευτέρης Χριστοφόρου, πρόεδρος Σταύρος Ευαγόρου
Μαρία Κυριακού Μάριος Ματσάκης
Χρίστος Μαυροκορδάτος Γιώργος Βαρνάβα

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας εξέτασε την υπό αναφορά πρόταση νόμου σε αρκετές συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Οκτωβρίου 2001 και Μαρτίου 2002 και το υπό αναφορά νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στις 12, 19 και 26 Μαρτίου 2002.

Στα πλαίσια της μελέτης των πιο πάνω σχεδίων νόμου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, του Συνδέσμου Χρηματοδοτικών Οργανισμών, του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών, της Παγκύπριας Συνεργατικής Ομοσπονδίας, του Εφόρου Συνεργατικής Ανάπτυξης και του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών.

Σκοπός του πρώτου σχεδίου νόμου είναι η διασαφήνιση ορισμένων διατάξεων της νομοθεσίας για την καταναλωτική πίστη και ο καθορισμός νέου τύπου υπολογισμού της μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης σε περίπτωση προεξόφλησης του οφειλόμενου ποσού.

Συγκεκριμένα, με την υπό αναφορά πρόταση νόμου:

1. προτείνεται νέος τύπος υπολογισμού του συνολικού κόστους της πίστωσης σε περίπτωση προεξόφλησης.

2. καθορίζεται ότι ο ιδιοκτήτης που δεν είναι προμηθευτής αγαθών δε φέρει ευθύνη σε περιπτώσεις ενοικιαγοράς.

3. προβλέπεται ότι το χρονικό όριο για συμμόρφωση σε περίπτωση παράτασης αρχίζει από την ημέρα παράδοσης ή αποστολής της σχετικής επίδοσης.

4. παρέχεται η δυνατότητα τιτλοποίησης αγαθών με μονομερή αίτηση του ιδιοκτήτη.

5. αυξάνεται από δέκα σε δεκαπέντε μέρες το χρονικό όριο για την παράδοση αντιγράφου της συμφωνίας στον καταναλωτή.

Με το υπό αναφορά νομοσχέδιο:

  1. καθορίζεται ως μέσο ειδοποίησης του καταναλωτή η συστημένη επιστολή.
  2. προσδιορίζεται η διαφορά που οφείλει να καταβάλει ο μισθωτής για να αγοράσει τα αγαθά σε περίπτωση πρόωρης λύσης της συμφωνίας ενοικιαγοράς.
  3. μετακυλίεται η ευθύνη στους πραγματικούς προμηθευτές των αγαθών με την προϋπόθεση ότι διασφαλίζονται τα δικαιώματα των καταναλωτών. και
  4. επεκτείνεται κατά πέντε μέρες η προθεσμία εντός της οποίας ο πιστωτής προμηθεύει στον καταναλωτή αντίγραφο της συμφωνίας.

Οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών και του Συνδέσμου Χρηματοδοτικών Οργανισμών υπέβαλαν πληθώρα εισηγήσεων για τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας, επισημαίνοντας, ανάμεσα σ’ άλλα, τις ακόλουθες αναγκαίες τροπολογίες:

  1. την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης σε περίπτωση πρόωρης λύσης της συμφωνίας.
  2. την παροχή στο μισθωτή της ευχέρειας να αγοράζει τα αγαθά σε περίπτωση λύσης της συμφωνίας.
  3. την επέκταση σε δεκαπέντε μέρες της προθεσμίας παράδοσης αντιγράφου της συμφωνίας στον καταναλωτή.
  4. την παροχή στον ιδιοκτήτη του δικαιώματος ν’ αποκτά τα αγαθά απλά και μόνο με τη δική του μονομερή ενέργεια στην περίπτωση αγαθών που απαιτείται τίτλος ιδιοκτησίας και το ένα τρίτο της τιμής δεν έχει καταβληθεί από τον καταναλωτή.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και Βιομηχανίας, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα κατατέθηκαν ενώπιόν της και με γνώμονα την προστασία του καταναλωτικού κοινού, υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των δύο σχεδίων νόμου. Με βάση τη θέση αυτή η επιτροπή έχει ενσωματώσει στο κείμενο του νομοσχεδίου τις διατάξεις της πρότασης νόμου που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού του συνολικού κόστους της πίστωσης σε περίπτωση πρόωρης λύσης της συμφωνίας και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση σε νόμο του νέου κειμένου του σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Ο περί Καταναλωτικής Πίστης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2002», αφού προηγουμένως ενσωματωθούν σ’ αυτό οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

  1. ο νέος τρόπος υπολογισμού της μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης να μην εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εξόφλησης στεγαστικών δανείων.
  2. μείωση από 5% σε 4% του ποσοστού των διοικητικών εξόδων που καταβάλλονται στον πιστωτή σε περίπτωση πρόωρης λύσης της συμφωνίας.
  3. μείωση από 10% σε 5% του ποσοστού των διοικητικών εξόδων που καταβάλλονται στον πιστωτή σε περίπτωση λύσης της συμφωνίας που οφείλεται σε υπαιτιότητα του καταναλωτή. και
  4. η έναρξη της ισχύος του βασικού νόμου ν’ αρχίσει την 1η Ιουνίου αντί την 1η Απριλίου 2002.

28 Μαρτίου 2002

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων