Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Προϋπολογισμού Νόμος του 2002»

Παρόντες:

Μάρκος Κυπριανού, πρόεδρος

Παναγιώτης Δημητρίου

Άριστος Χρυσοστόμου

Πρόδρομος Προδρόμου

Τάσσος Παπαδόπουλος

Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Γιώργος Λιλλήκας

Μαρία Κυριακού

Σταύρος Ευαγόρου

Γιαννάκης Ομήρου

Σωτηρούλα Χαραλάμπους

Δώρος Θεοδώρου

Γιάννος Λαμάρης

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

1. Εισαγωγή

Ο κρατικός προϋπολογισμός για το οικονομικό έτος 2002 υποβλήθηκε με επιστολή του Υπουργού Οικονομικών, ημερομηνίας 4 Οκτωβρίου 2001 προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Με την ίδια επιστολή υποβλήθηκαν τα επεξηγηματικά υπομνήματα για τις τακτικές και τις αναπτυξιακές δαπάνες του 2002, καθώς και κατάλογος πινάκων στους οποίους παρατίθενται οι δημοσιονομικοί δείκτες, τα μεγέθη των προϋπολογισμών για τα έτη 1999-2002, συγκριτικές αναλύσεις εσόδων, πληρωμών και δαπανών για την περίοδο 1999-2002 και τέλος συνοπτική κατάσταση κατάργησης/ίδρυσης θέσεων στη δημόσια υπηρεσία. Αυθημερόν ο κρατικός προϋπολογισμός του 2002 κατατέθηκε στην ολομέλεια του σώματος κατά την πρώτη του συνεδρία της παρούσας συνόδου και παραπέμφθηκε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού προς εξέταση και υποβολή σχετικής έκθεσης προς το σώμα. Κατατέθηκε επίσης στη Βουλή σχετικό σημείωμα για τις οικονομικές εξελίξεις του 2001 και τις προοπτικές για το 2002 του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού.

Στην ίδια συνεδρία ο Υπουργός Οικονομικών κ. Τάκης Κληρίδης ανέπτυξε τη φιλοσοφία της κοινωνικοοικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης προβαίνοντας σε παρουσίαση του εν λόγω προϋπολογισμού ενώπιον του σώματος. Η ομιλία του Υπουργού Οικονομικών, με βάση ειλημμένη απόφαση του σώματος, προηγήθηκε για δεύτερη συνεχή χρονιά της αναλυτικής εξέτασης του προϋπολογισμού, κατ’ αντίθεση προς πάγια διαδικασία προηγούμενων ετών με βάση την οποία η παρουσίαση του προϋπολογισμού εκ μέρους του Υπουργού Οικονομικών ακολουθούσε την ολοκλήρωση της εξέτασής του από την αρμόδια επιτροπή.

Προχωρώντας και φέτος κατά προτεραιότητα σε μελέτη του παραπεμφθέντος ενώπιόν της ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού, η επιτροπή πραγματοποίησε έντεκα συνολικά συνεδρίες στο διάστημα από 15 Οκτωβρίου μέχρι 23 Νοεμβρίου 2001. Σε δύο συνεδρίες επίσης, που πραγματοποιήθηκαν στις 12 και 19 Δεκεμβρίου 2001, συζήτησε και ενέκρινε την παρούσα έκθεση.

Πρωταρχικός στόχος της επιτροπής υπήρξε και φέτος η υποβολή έκθεσης προς την ολομέλεια του σώματος για έγκριση του υπό συζήτηση προϋπολογισμού πριν από την έναρξη του νέου οικονομικού έτους στο οποίο αυτός αναφέρεται.

Για δεύτερη συνεχή χρονιά η επιτροπή ακολούθησε την καθιερωθείσα από πέρυσι νέα διαδικασία εξέτασης του κρατικού προϋπολογισμού. Η διαδικασία αυτή συνίσταται αρχικά σε συζήτηση εφ’ όλης της ύλης επί θεμάτων που αφορούν την οικονομική πολιτική, τους οικονομικούς δείκτες και γενικά τον οικονομικό προγραμματισμό στην παρουσία του Υπουργού Οικονομικών και ακολούθως σε συζήτηση των επιμέρους προϋπολογισμών όλων των υπουργείων στην παρουσία των καθ’ ύλην αρμόδιων υπουργών. Να σημειωθεί ότι η επιτροπή, παρά το βεβαρημένο της πρόγραμμα, δε διέκοψε τον κανονικό ρυθμό εργασιών της. Αντίθετα αύξησε τις συνεδρίες της, όταν παρίστατο ανάγκη σε τρεις ή και τέσσερις εβδομαδιαίως, ενώ για πρώτη φορά καθιέρωσε την πρακτική να εξετάζει τον προϋπολογισμό ενός μόνο υπουργείου σε κάθε συνεδρία, έτσι που να δίδεται η ευκαιρία εξάντλησης όλων των θεμάτων αρμοδιότητας του κάθε υπουργείου. Κύριο στόχο της επιτροπής αποτέλεσε η επικέντρωση σε θέματα που αφορούν την προδιαγραφείσα μέσα από τον προϋπολογισμό κάθε υπουργείου πολιτική του, σε συνάρτηση με τις επιδράσεις της πολιτικής αυτής στο σύνολο της οικονομίας και κατ΄ επέκταση επί των δημόσιων οικονομικών.

Σημειώνεται ότι η παρουσία μεγάλου αριθμού τεχνοκρατών των υπουργείων στη συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού, τακτική που ακολουθείτο για σειρά ετών, έχει από πέρυσι καταργηθεί αφού κρίθηκε χρονοβόρα, μη εποικοδομητική και ασύμφορη από πλευράς διοικητικού κόστους. Στη βάση της προσέγγισης αυτής, αναλήφθηκε η υποχρέωση από την επιτροπή όπως ειδικές ερωτήσεις εκ μέρους των βουλευτών ως προς επιμέρους κονδύλια, διαβιβάζονται γραπτώς στα αντίστοιχα υπουργεία με την παράκληση να απαντώνται επίσης γραπτώς μέσα σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η διαδικασία αυτή και φέτος, όπως και την προηγούμενη χρονιά, δεν αξιοποιήθηκε, γεγονός που θα προβληματίσει την Επιτροπή στο μέλλον, ώστε με βάση τις αποκτηθείσες στο μεταξύ εμπειρίες να εξευρεθούν άλλοι τρόποι άσκησης παράλληλου ελέγχου πάνω σε ειδικά κονδύλια του προϋπολογισμού.

Για όλες τις συνεδρίες της επιτροπής τηρήθηκαν πλήρη αποστενογραφημένα πρακτικά, τα οποία βρίσκονται στη διάθεση όλων των βουλευτών, και καθ’ όλη τη διάρκειά τους παρίσταντο, εκτός από τους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού. Στην πρώτη συνεδρία παρέστησαν επίσης ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών και ο Γενικός Διευθυντής του Γραφείου Προγραμματισμού. Εκ μέρους όλων των υπουργών, με ελάχιστες εξαιρέσεις, κατατέθηκαν εκ των προτέρων ή προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων σημειώματα για την πολιτική και τα προγράμματα των υπουργείων τους. Η εκ των προτέρων κατάθεση των σημειωμάτων αυτών συμβάλλει στην καλύτερη προετοιμασία των μελών της επιτροπής και σε πιο εποικοδομητική διεξαγωγή των συζητήσεων και για το λόγο αυτό επισημαίνεται η ανάγκη όπως στο μέλλον όλοι οι υπουργοί ανταποκρίνονται προς την καθιερωθείσα αυτή πρακτική έγκαιρα και με συνέπεια.

Να σημειωθεί ότι κατά τη συζήτηση των επιμέρους προϋπολογισμών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, εκτός από τους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς, παρίστατο, σύμφωνα με απόφαση της επιτροπής, και ο Υπουργός Οικονομικών. Η εξέταση των πιο σημαντικών οικονομικών τομέων της γεωργίας, της βιομηχανίας, του εμπορίου, της μεταποίησης, του τουρισμού και των κατασκευών, όπως επίσης και θεμάτων και ειδικότερα αναπτυξιακών έργων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, καθιστά αναγκαία τη διεξαγωγή μιας πιο σφαιρικής συζήτησης στην παρουσία του Υπουργού Οικονομικών. Με την παρουσία του Υπουργού Οικονομικών είναι δυνατό να διαπιστώνονται οι επιδράσεις από την ακολουθούμενη στους τομείς αυτούς κυβερνητική πολιτική επί του συνόλου της οικονομίας και με την κατάθεση εκ μέρους του συγκεκριμένων στοιχείων πάνω σε ειδικά και επιμέρους ζητήματα να καθίσταται δυνατή η διακρίβωση της γενικότερης μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης κυβερνητικής πολιτικής επί ζωτικών τομέων της οικονομίας.

Τέλος, η επιτροπή κάλεσε ενώπιόν της το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για να ενημερωθεί σχετικά με την πορεία της εναρμονισιακής με το κοινοτικό κεκτημένο προσπάθειας, η οποία υλοποιείται κυρίως μέσα από το έργο της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς επίσης για θέματα που αφορούν την πάταξη του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και άλλων οικονομικών εγκλημάτων.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης του υπό αναφορά προϋπολογισμού προσήλθαν επίσης και παρακολούθησαν τις εργασίες της επιτροπής οι βουλευτές μη μέλη της κ. Αριστοφάνης Γεωργίου, Χρίστος Μαυροκορδάτος, Τάκης Χατζηγεωργίου, Κυριάκος Τυρίμος, Γιώργος Χατζηγεωργίου, Κώστας Παπακώστας, Θάσος Μιχαηλίδης, Δώρος Χριστοδουλίδης, Λευτέρης Χριστοφόρου, Σοφοκλής Φυττής, Μάριος Ματσάκης, Γεώργιος Βαρνάβα και Ανδρούλα Βασιλείου. Το γεγονός αυτό σημειώνεται από την επιτροπή με ιδιαίτερη ευαρέσκεια, γιατί η παρουσία των βουλευτών αυτών με τις εξειδικευμένες γνώσεις και άλλες εμπειρίες που έχουν ως μέλη άλλων κοινοβουλευτικών επιτροπών, συνέβαλε ιδιαίτερα σε εποικοδομητικότερη διεξαγωγή των σχετικών συζητήσεων.

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι η επιτέλεση του έργου της εξέτασης του κρατικού προϋπολογισμού από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή έγινε και πάλι με την υποστήριξη από την υποτυπωδώς μόνο στελεχωμένη Υπηρεσία Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής, χωρίς επαρκή τεχνοκρατική υποστήριξη. Οι επιπτώσεις που οι ελλείψεις αυτές συνεπάγονται στην ποιότητα των εργασιών της επιτροπής, σε συνδυασμό με το βεβαρημένο πρόγραμμα εργασιών της, είχαν ως αποτέλεσμα να μην έχει καταστεί δυνατή ούτε και φέτος η εις βάθος εξειδικευμένη τεχνική προεργασία και προετοιμασία της σχετικής εξέτασης του κρατικού προϋπολογισμού. Η επιτροπή ομόφωνα υποστηρίζει ότι χωρίς άλλη καθυστέρηση τόσο η εκτελεστική όσο και η νομοθετική εξουσία θα πρέπει να προβληματιστούν σε σχέση με τις ελλείψεις αυτές με στόχο να αρχίσει σύντομα ένας εποικοδομητικός διάλογος, στα πλαίσια του οποίου θα εξευρεθούν εκείνοι οι τρόποι που θα προσδώσουν στη λειτουργία των κοινοβουλευτικών επιτροπών το ουσιαστικό εκτόπισμα που το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προσδίδει σ’ αυτές.

Σημειώνεται με ευαρέσκεια το γεγονός ότι η κυβέρνηση, συνεπής προς τη συνταγματική της υποχρέωση, έχει καταθέσει και πάλι έγκαιρα τον κρατικό προϋπολογισμό στη Βουλή. Με ικανοποίηση σημειώνεται επίσης το άριστο πνεύμα συνεργασίας καθώς και η επίδειξη του δέοντος σεβασμού προς τη νομοθετική εξουσία εκ μέρους όλων των υπουργών, αλλά και όλων των άλλων λειτουργών της εκτελεστικής εξουσίας που συνεργάστηκαν με την επιτροπή, ενέργειες που αδιαμφισβήτητα συμβάλλουν στην προαγωγή του δημόσιου πνεύματος και στην περαιτέρω εμπέδωση των δημοκρατικών διαδικασιών.

(Παρένθεση του κ. Μ. Κυπριανού: Η επιτροπή με αυτή την ευκαιρία επιθυμεί να ευχαριστήσει για τη συνεργασία αυτή.)

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα έκθεση κατεβλήθη κάθε προσπάθεια να περιληφθούν όλα εκείνα τα αναλυτικά στοιχεία και οι λεπτομέρειες, η παράθεση των οποίων κρίθηκε ότι θα εξυπηρετήσει καλύτερα όλους τους βουλευτές στο έργο της μελέτης του προϋπολογισμού και της προετοιμασίας της συζήτησής του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στα παραρτήματα που επισυνάπτονται στο Δεύτερο Μέρος της παρούσας έκθεσης.

2. Εκτιμήσεις της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού σχετικά με την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας και για άλλα ειδικότερα θέματα που σχετίζονται με τον κρατικό προϋπολογισμό του 2002.

Η επιτροπή, προχωρώντας σε παράθεση των γενικών εκτιμήσεών της αναφορικά με την πορεία και τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας, τη δημοσιονομική κατάσταση, αλλά και την ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική σε μακροοικονομικό επίπεδο και σε συνάρτηση με επιμέρους τομείς της κυπριακής οικονομίας, παραθέτοντας επίσης τις επιμέρους διαπιστώσεις, παρατηρήσεις και εισηγήσεις της σχετικά με τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό, κρίνει και φέτος σκόπιμο να προβεί στην καθιερωμένη δήλωσή της, σύμφωνα με την οποία η έγκριση είτε του συνόλου είτε επιμέρους προνοιών του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού δε συνεπάγεται και έγκριση ή αποδοχή της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής είτε στο σύνολό της είτε μερικώς.

Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι πολλές από τις θέσεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκθεση διατυπώνονται κατά πλειοψηφία των μελών της επιτροπής και ανεξάρτητα από τις τελικές τους θέσεις όσον αφορά τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό, όπως ενδεχομένως αυτές να διαμορφωθούν κατά τη συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι το έργο της μελέτης του υπό συζήτηση προϋπολογισμού από την επιτροπή έχει βασιστεί αποκλειστικά στα στοιχεία και τα δεδομένα που η κυβέρνηση έχει καταθέσει ενώπιόν της. Υπογραμμίζεται και πάλι ότι η ανεπαρκής στελέχωση της αντίστοιχης υπηρεσίας που υποστηρίζει το έργο των κοινοβουλευτικών επιτροπών δεν καθιστά δυνατή τη μελέτη και επεξεργασία του υπό συζήτηση προϋπολογισμού στον επιθυμητό βαθμό και έκταση. Συνακόλουθα, οι παρατηρήσεις και διαπιστώσεις της επιτροπής εξάγονται αποκλειστικά μέσα από τα στοιχεία αυτά.

Η επιτροπή, αφού άκουσε σε πρώτο στάδιο την ανάλυση της κυβερνητικής πολιτικής, όπως αυτή εκτέθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών και ακολούθως από τους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς σε σχέση με ειδικά θέματα και τομείς και αφού σε δεύτερο στάδιο διεξήλθε τα στοιχεία, το έγγραφο υλικό που κατατέθηκε ενώπιόν της, καθώς και όλα τα συμπληρωματικά στοιχεία και άλλες πληροφορίες που ζητήθηκαν και κατατέθηκαν, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας όλα τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιόν της, παραθέτει τις ακόλουθες διαπιστώσεις και παρατηρήσεις:

Η πορεία της κυπριακής οικονομίας για το 2001 και οι προοπτικές της για το 2002, καθώς και η όλη δημοσιονομική κατάσταση, όπως σκιαγραφούνται μέσα από τα κατατεθέντα στοιχεία και τις δοθείσες προβλέψεις μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, ημερομηνία κατά την οποία επεσυνέβησαν οι γνωστές τρομοκρατικές επιθέσεις, χαρακτηρίζονται ως ικανοποιητικές.

Η εικόνα, ειδικότερα της δημοσιονομικής κατάστασης σε σχέση με προηγούμενα έτη και σύμφωνα με τους δοθέντες δημοσιονομικούς δείκτες, διαγράφεται ως σταθερή, με το αναθεωρημένο ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος ως ποσοστού επί του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) για το 2001 στο 2,6% σε σύγκριση με 2,7% το 2000 και με πρόβλεψη για περαιτέρω μείωσή του στο 2,4% επί του ΑΕΠ για το 2002.

Το δημόσιο χρέος (εξαιρουμένου του ενδοκυβερνητικού), είναι σύμφωνα με το αναθεωρημένο ποσοστό για το 2001 της τάξης του 59,1% επί του ΑΕΠ σε σύγκριση με το αναθεωρημένο ποσοστό του 59,8% για το 2000, και με πρόβλεψη για περαιτέρω μείωσή του στο 59,6% επί του ΑΕΠ για το 2002.

Σχολιάζοντας τα μεγέθη του δημόσιου χρέους καθώς και την εξυπηρέτησή του, η επιτροπή παρατηρεί ότι παρά την κάμψη που παρατηρείται όσον αφορά το ποσοστό του δημόσιου χρέους επί του ΑΕΠ, η διεύρυνσή του σε απόλυτους αριθμούς συνεχίζεται, γεγονός που εκτιμάται ως πολύ αρνητικό, δεδομένου ότι το κράτος είναι αναγκασμένο να συνεχίζει την προσφυγή του σε νέο δανεισμό για την αποπληρωμή του εν λόγω χρέους και των τόκων του. Επικροτείται μεν η πολιτική της σύναψης νέων δανείων με ευνοϊκότερους όρους ή με σκοπό την ενοποίηση υφιστάμενων δανείων, η επιτροπή όμως τάσσεται εναντίον οποιασδήποτε περαιτέρω διεύρυνσης των ορίων του επιτρεπόμενου εξωτερικού δανεισμού, εξ ου και έχει διαφωνήσει με πρόσφατη κυβερνητική πρόταση που είχε αχθεί ενώπιόν της για αύξηση των ορίων του εξωτερικού δανεισμού μέσω του γνωστού προγράμματος ΕΜΤΝ από $ΗΠΑ 1000 εκ. σε $ΗΠΑ 2000 εκ. Η επιτροπή, εκφράζοντας την ανησυχία της τόσο για το ύψος του δημόσιου χρέους όσο και για το χαμηλό ποσοστό εξυπηρέτησής του, καλεί την κυβέρνηση να ασκήσει πολιτική συνέπειας όσον αφορά το μείζον αυτό θέμα με μοναδικό γνώμονα την προσπάθεια περιορισμού του. Η παραγνώριση του γεγονότος ότι με την προσφυγή σε πρόσθετο εξωτερικό δανεισμό υποθηκεύεται ουσιαστικά και ανεπανόρθωτα το μέλλον των επόμενων γενεών, αυτό αποτελεί ασύγγνωστη τακτική από οποιαδήποτε κυβέρνηση κι αν ακολουθείται.

Το συνολικό δημόσιο και ενδοκυβερνητικό χρέος παρουσιάζει διεύρυνση τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ και ανέρχεται σύμφωνα με τα αναθεωρημένα μεγέθη για το 2001 σε £5.694,4 ή στο 96,7% επί του ΑΕΠ σε σύγκριση με £5.288,5 ή με 96,4% για το 2000, και με πρόβλεψη για £6.200,7 ή με 98,3% επί του ΑΕΠ για το 2002.

Ειδικότερα όσον αφορά το ενδοκυβερνητικό χρέος, για το οποίο να σημειωθεί ότι επίσης παρουσιάζει διεύρυνση για το 2002 τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, η επιτροπή προβληματίζεται για το ύψος του δανεισμού από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ιδιαίτερα κατά πόσο το κράτος είναι δυνατό να συνεχίσει να προσφεύγει σε δανεισμό απ’ αυτό. Η επιτροπή θεωρεί ότι η συνέχιση της προσφυγής σε δανεισμό από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισοδυναμεί ουσιαστικά με επιστροφή της καταβλητέας κυβερνητικής εισφοράς για τους εργοδοτουμένους στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και για τους αυτοεργοδοτουμένους, στο ίδιο το κράτος. Παράλληλα εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο το χρέος αυτό είναι πράγματι ενδοκυβερνητικό. Θεωρώντας την αποπληρωμή του εν λόγω χρέους επίσης κρίσιμο ζήτημα, και ιδιαίτερα σε συνάρτηση με τη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων μακροπρόθεσμα, η επιτροπή προτίθεται σε εύθετο χρόνο να επανέλθει ζητώντας από την κυβέρνηση ενημέρωση και ανάλυση της ακολουθούμενης πολιτικής στο θέμα αυτό στη βάση της διαφάνειας και της ανάγκης επανεκτίμησής της.

Αναφορικά με το ρυθμό ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας, που σύμφωνα με τις επίσημες κυβερνητικές προβλέψεις θα ανερχόταν στο 4,5% σε πραγματικούς όρους μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και στο 4% ύστερα από την ημερομηνία αυτή, η επιτροπή εκτιμά ότι τα τελικά αναμενόμενα αποτελέσματα του τουρισμού και των υπηρεσιών για το 2001, συνυπολογιζόμενα με τα ποσοστά της ιδιωτικής κατανάλωσης και της μείωσης του τομέα της μεταποίησης, καταδεικνύουν ότι ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2001 κυμαίνεται μεταξύ 3% και 3,5%.

Ως θετική θεωρεί περαιτέρω η επιτροπή τη συγκράτηση του πληθωρισμού γύρω στο 2%, αλλά και τη διατήρηση της ανεργίας στο 3,2%, παρά το γεγονός ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις και το παγκόσμιο κλίμα ύφεσης που ακολούθησε και οι συνακόλουθες επιπτώσεις στον τουριστικό τομέα αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά το δοθέν ποσοστό ανεργίας για το τέλος του 2001 και για το 2002.

Στο σημείο αυτό η επιτροπή επισημαίνει και πάλι την ανάγκη επαγρύπνησης της κυβέρνησης για πάταξη της παράνομης απασχόλησης, αλλά και την ανάγκη επανεξέτασης της πολιτικής της σε σχέση με τον αριθμό και τα κριτήρια παραχώρησης αδειών εργασίας σε αλλοδαπούς, ιδιαίτερα ενόψει της προοπτικής ένταξης στην Ε.Ε.

Αναφορικά με την πρόβλεψη σε σχέση με το μέγεθος του πληθωρισμού για το 2002, αυτή είναι δυνατό προς το παρόν να χαρακτηρισθεί ως αστάθμητη, ιδιαίτερα λόγω της επικείμενης αύξησης του επιβλητέου συντελεστή φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), αλλά και της αστάθειας που παρατηρείται διεθνώς σε σχέση με τους παράγοντες διαμόρφωσης της τιμής των καυσίμων.

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις μετά τα διεθνή γεγονότα, η επιτροπή κρίνει ότι η ανάγκη επανεκτίμησης του ρυθμού ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας για το 2001 ύστερα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις έφερε την κυπριακή οικονομία αντιμέτωπη και πάλι με τη σκληρή πραγματικότητα που για σειρά ετών επισημαίνεται από την επιτροπή και που έγκειται στη σχεδόν απόλυτη εξάρτησή της από τον ευάλωτο τομέα του τουρισμού.

Οποιαδήποτε παγκόσμια αναταραχή και οι συνεπακόλουθες ανακατατάξεις στη διεθνή οικονομία επηρεάζουν άμεσα την κυπριακή οικονομία. Η επιτροπή είναι υποχρεωμένη να σχολιάσει την πραγματικότητα αυτή, παρά το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρώτη επανεκτίμηση του ρυθμού ανάπτυξης μετά τις 11 Σεπτεμβρίου 2001 ανατρέπεται σήμερα σε κάποιο βαθμό, αφού οι πολεμικές επιχειρήσεις έχουν περιοριστεί πλέον σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.

Η κυπριακή οικονομία όμως λόγω του μικρού της μεγέθους είναι εκτεθειμένη ακόμη περισσότερο σε εξωγενείς παράγοντες τέτοιας φύσης. Χωρίς αμφιβολία, σε ανάλογες περιπτώσεις πλήττεται πρώτιστα η τουριστική βιομηχανία που περιλαμβάνει τα ξενοδοχεία, τα τουριστικά γραφεία, τα κρουαζιερόπλοια και τις αερογραμμές, ο ασφαλιστικός κλάδος και δευτερευόντως το εξαγωγικό εμπόριο, η χρηματαγορά και το χρηματιστήριο. Συνεπώς, σε περιπτώσεις κρίσεως οι μελλοντικές αποφάσεις της κυβέρνησης και ο ανάλογος προγραμματισμός πρέπει να σχεδιάζονται προσεκτικά και να αναπροσαρμόζονται συνεχώς, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του παράγοντα ότι η κυπριακή οικονομία σε ανάλογες περιπτώσεις πιθανόν να έχει μεγαλύτερη δυνατότητα γρήγορης ανάκαμψης λόγω του μικρού της μεγέθους.

Στο σημείο αυτό η επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα πολιτικά μηνύματα που δόθηκαν από την κυβέρνηση ευθύς αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις, σχετικά με την ανάγκη επίδειξης πνεύματος αυτοσυγκράτησης εκ μέρους των κοινωνικών εταίρων και άλλων κοινωνικών ομάδων όσον αφορά τις οποιεσδήποτε διεκδικήσεις τους, κατά την εκτίμησή της δεν ήταν ορθά. Οι σχετικές δηλώσεις κρίνονται ως βεβιασμένες, ενώ δύνανται επίσης να χαρακτηρισθούν ότι διέπονται από πνεύμα μονόπλευρης λιτότητας. Η δημιουργία κλίματος ύφεσης σε ανάλογες περιπτώσεις ως αποτέλεσμα τέτοιων δηλώσεων, κατά την κρίση της επιτροπής μόνο όξυνση των διεκδικήσεων και των πιέσεων από ομάδες συμφερόντων δύναται να επιφέρει με τις συνεπακόλουθες αλυσιδωτές επιπτώσεις επί όλων των εκφάνσεων της οικονομίας, γεγονός που η κυβέρνηση έπρεπε να είχε συνεκτιμήσει προτού προχωρήσει στις εν λόγω δηλώσεις.

Υπό το φως των διαμορφωθέντων νέων δεδομένων, η επιτροπή δηλώνει ότι τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του προγραμματισμού και της λήψης σε δεδομένη στιγμή συγκεκριμένων αποφάσεων επεκτατικής πολιτικής και επιτάχυνσης των αναπτυξιακών προγραμμάτων της κυβέρνησης με τη συνεπαγόμενη επιβάρυνση επί των δημόσιων δαπανών για επενδυτικούς σκοπούς. Συναφώς όμως δηλώνει ότι στο μεταξύ δεν έχει εξακριβώσει την κυβερνητική πολιτική σε σχέση με την παραδεκτή ανάγκη μελέτης και εξαγγελίας συγκεκριμένων μέτρων για τη στήριξη των επενδύσεων. Η επιτροπή σχολιάζει όμως με ικανοποίηση τη μείωση των βασικών επιτοκίων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στις 18 Σεπτεμβρίου 2001, ευθύς μετά τα διεθνή γεγονότα, η οποία αναμένεται να συμβάλει στην επιτάχυνση των επενδυτικών δραστηριοτήτων και στη στήριξη της κυπριακής οικονομίας, ενώ επισημαίνει ταυτόχρονα την ανάγκη περαιτέρω μείωσης των βασικών επιτοκίων, τάση που παρατηρήθηκε και στο διεθνή χώρο.

Με αφορμή τη διαμορφωθείσα διεθνώς εικόνα οικονομικής ύφεσης που πλήττει τον τουριστικό τομέα, η επιτροπή, χωρίς να έχει ταχθεί ούτε στο αρχικό στάδιο αλλά ούτε και τώρα εναντίον της στήριξης της τουριστικής βιομηχανίας με την περαιτέρω ενίσχυση της διαφήμισης και της προβολής του κυπριακού τουρισμού διεθνώς, αλλά και με άλλα ειδικότερα μέτρα*, επικρίνει ταυτόχρονα τη μεγάλη καθυστέρηση που υπήρξε και συνεχίζει να παρατηρείται για την κατάθεση στη Βουλή όλων των νομοσχεδίων που απαιτούνται για την έγκριση της διάθεσης των αναγκαίων συμπληρωματικών κονδυλίων που έχουν από καιρό εξαγγελθεί για την υλοποίηση τέτοιων μέτρων, ιδιαίτερα όσον αφορά την ενίσχυση της προβολής του τουρισμού. Η εξέλιξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση η αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, όταν τελικά αυτά θα εφαρμοστούν. Η επιτροπή σημειώνει τέλος την απουσία εξαγγελίας στο μεταξύ συγκεκριμένων μέτρων στήριξης εκτός από τον τουριστικό τομέα και όλων των άλλων ζωτικών τομέων της οικονομίας.

Κρίνοντας γενικότερα την εξάρτηση της κυπριακής οικονομίας αποκλειστικά σχεδόν από τον τουρισμό, η επιτροπή υπογραμμίζει και πάλι την ανάγκη επανεκτίμησης και αξιολόγησης της γεωοικονομικής θέσης της Κύπρου με την ενίσχυση της έρευνας σε διάφορα πεδία και την ανάπτυξη των εξαγωγικών υπηρεσιών στον τομέα της υγείας και της παιδείας, αλλά και του διαμετακομιστικού εμπορίου. Τονίζεται ιδιαίτερα ότι η ανάγκη αυτή επισημαίνεται από την επιτροπή κάθε χρόνο μέσα στα πλαίσια της εκάστοτε συζήτησης του ετήσιου προϋπολογισμού, πέραν όμως θεωρητικών εξαγγελιών εκ μέρους της κυβέρνησης, δεν υπάρχει συγκεκριμένος σχεδιασμός και δε διαφαίνεται πραγματική πολιτική βούληση προώθησης των τομέων αυτών, με αποτέλεσμα να έχει απολεσθεί πολύτιμος χρόνος. Τονίζεται περαιτέρω ότι ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει επίσης να προσδοθεί στην ανάγκη διατήρησης και αναβάθμισης της ήδη αξιόλογης θέσης που η Κύπρος κατέχει διεθνώς στον τομέα της εμπορικής ναυτιλίας, στον οποίο κατέχει την έκτη θέση.

Επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι ύστερα από την έγκριση της Νέας Βιομηχανικής Πολιτικής, της οποίας η εξαγγελία έγινε από τον Ιούνιο του 1999, μέχρι σήμερα κανένα αντίστοιχο σχέδιο στήριξης δεν έχει ακόμη τεθεί σε εφαρμογή. Παρατηρείται σχετικά ότι μόνο δύο αναθεωρημένα προγράμματα του Πρώτου Κεφαλαίου της Νέας Βιομηχανικής Πολιτικής έχουν εγκριθεί πολύ πρόσφατα από το Υπουργικό Συμβούλιο που στόχο έχουν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας μέσω των εκκολαπτηρίων. Η επιτροπή, χωρίς να γνωρίζει την ύπαρξη οποιωνδήποτε ειδικών λόγων, δεν μπορεί παρά να σχολιάσει αρνητικά τη βραδύτητα που παρατηρήθηκε στη λήψη της απόφασης αυτής και που είχε ως συνέπεια τέτοιου είδους επιχειρήσεις να έχουν ήδη προσελκυσθεί και αναπτυχθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό σε γειτονικές χώρες, όπως είναι το Ισραήλ, με αποτέλεσμα η Κύπρος να αντιμετωπίζει πλέον προβλήματα ανταγωνιστικότητας στον τομέα αυτό, έχοντας ουσιαστικά χάσει το προβάδισμα.

Συναφώς σημειώνεται ότι η επιτροπή θα ανέμενε την επίδειξη μεγαλύτερης ευελιξίας για έγκαιρη διαφοροποίηση της κυβερνητικής πολιτικής προς νεότερους και πιο σύγχρονους τομείς ή το λιγότερο προς πρόσθετη και ουσιαστική ενίσχυση υφιστάμενων παραγωγικών δραστηριοτήτων της οικονομίας, όπως είναι για παράδειγμα οι επιχειρήσεις και οι βιομηχανίες ζωτικής σημασίας με εξαγωγικό προσανατολισμό, οι οποίες αναμφίβολα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους.

Η επιτροπή δηλώνει ότι μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από το κοινοτικό κεκτημένο τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ της διεύρυνσης των κινήτρων για συγχωνεύσεις και εξαγορές ιδιαίτερα των μη βιώσιμων επιχειρήσεων, έτσι που να καταστούν ικανές να αντεπεξέλθουν σε συνθήκες εντεινόμενου ανταγωνισμού. Τάσσεται επίσης υπέρ της μείωσης του εταιρικού φόρου, της παροχής συγκεκριμένων φορολογικών κινήτρων για τις βιομηχανίες, της διαφοροποίησης της τιμής των καυσίμων που χρησιμοποιούνται για τη βιομηχανία, της τεχνολογικής αναβάθμισης και της κατάλληλης αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού. Ειδικότερα τάσσεται υπέρ της άμεσης στήριξης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με την άμεση εφαρμογή του Έκτου Κεφαλαίου της Νέας Βιομηχανικής Πολιτικής, το οποίο προνοεί για τη δανειοδότηση τέτοιων επιχειρήσεων με σκοπό την ανασυγκρότηση ή/και επέκταση των δραστηριοτήτων τους με άμεσο στόχο την πιο γρήγορη προσαρμογή τους στις συνθήκες που δημιουργούνται από την προοπτική ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε.

Επισημαίνεται τέλος η ανάγκη η κυβέρνηση, ενόψει της ορατής προοπτικής για ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., να εγκύψει στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι λεγόμενες οικογενειακές επιχειρήσεις, στηρίζοντάς τες από τώρα σε νέους προσανατολισμούς και σε βελτίωση ταυτόχρονα της ανταγωνιστικότητάς τους μέσα από πιο σύγχρονες και ευέλικτες μεθόδους διοίκησης και λήψης αποφάσεων.

Ως προς το θέμα της ανάγκης πιο αποδοτικής λειτουργίας των ημικρατικών οργανισμών, υπό το φως του παραδεκτού από όλες τις πλευρές αναγκαίου επαναπροσδιορισμού του ρόλου και του τρόπου λειτουργίας τους στη βάση σύγχρονων δεδομένων, η επιτροπή δηλώνει ότι δεν αντιτίθεται προς οποιαδήποτε ελευθεροποίηση που θα διασφαλίζει συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού της αγοράς με υπηρεσίες που θα προσφέρονται στην καλύτερη δυνατή ποιότητα και στο χαμηλότερο δυνατό κόστος. Σημειώνεται όμως ότι η πλειοψηφία της επιτροπής διαφωνεί με την ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική, σύμφωνα με την οποία η ελευθεροποίηση ζωτικών τομέων που τελούν υπό τη διαχείριση των ημικρατικών οργανισμών προωθείται στη βάση των μετοχοποιήσεων με αποκλειστικό μέτοχο το κράτος.

Τέλος, η επιτροπή, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην ανατροπή των υφιστάμενων μονοπωλίων και ολιγοπωλίων του ιδιωτικού τομέα που θεωρεί ότι επηρεάζουν ζωτικούς τομείς της οικονομίας, όπως είναι για παράδειγμα το σύστημα εμπορίας και διάθεσης των πετρελαιοειδών, αναμένει από την κυβέρνηση να ακολουθήσει δυναμική πολιτική ανατροπής των προνομιακών αυτών καταστάσεων. Ειδικότερα επισημαίνει την ανάγκη επανακαθορισμού του συστήματος εμπορίας και διάθεσης πετρελαιοειδών και σημειώνει ότι, παρά το γεγονός ότι είναι ενήμερη ότι το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εξουσιοδοτήσει με απόφασή* του τον Υπουργό Οικονομικών να προβεί σε διαβουλεύσεις με τα κοινοβουλευτικά κόμματα με σκοπό την κατάργηση του συστήματος επιχορήγησης των τιμών των πετρελαιοειδών, έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα η ολοκλήρωση των σχετικών διαβουλεύσεων, με μόνο αποτέλεσμα σε τελευταία ανάλυση να πλήττεται ο απλός καταναλωτής.

2.1 Δημοσιονομική κατάσταση

Παρά την ικανοποιητική εικόνα που παρουσιάζουν προς το παρόν οι δημοσιονομικοί δείκτες, η επιτροπή κρίνει ότι δε δικαιολογείται οποιοσδήποτε εφησυχασμός από καμιά πλευρά και ιδιαίτερα εκ μέρους της κυβέρνησης. Αντίθετα θεωρεί ότι τώρα επιβάλλεται η επαγρύπνηση και η εντατικοποίηση διάφορων μέτρων προς διατήρηση και ενδεχομένως περαιτέρω βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης, η οποία επήλθε μέσα από το Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Εξυγίανσης που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια. Η διεθνής οικονομική ύφεση σε συνδυασμό με την ενδεχόμενη επιβράδυνση του αναμενόμενου ρυθμού αύξησης των δημόσιων εσόδων, επιβάλλουν τώρα την ακόμη περαιτέρω επιτάχυνση του συστηματικού ελέγχου των δημόσιων δαπανών, την περαιτέρω ενίσχυση του συστήματος φορολογικής διαχείρισης και την πάταξη της φοροδιαφυγής σε συνδυασμό με τη φορολογική αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα. Η εντατικοποίηση των μέτρων αυτών είναι δυνατό να ανακόψει την επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης.

Ειδικότερα, όσον αφορά το θέμα της φοροδιαφυγής, η πάγια θέση της επιτροπής είναι ότι η πάταξή της είναι δυνατή, νοουμένου ότι υφίσταται πράγματι συγκεκριμένη πολιτική βούληση προς την κατεύθυνση αυτή με την επίλυση σε πρώτο στάδιο των υφιστάμενων δομικών αδυναμιών στο όλο σύστημα.

Στη βάση της προσέγγισης αυτής παρατηρούνται, ειδικότερα σε σχέση με τους παράγοντες διαμόρφωσης της δημοσιονομικής κατάστασης για το 2002, τα ακόλουθα:

Με βάση τα αναθεωρημένα μεγέθη για το 2001, το σύνολο των δημόσιων εσόδων ήταν £1.677.9, σημείωσε δηλαδή αύξηση κατά 3,9% σε σχέση με το 2000. Για το 2002, προϋπολογίζονται επίσης αυξημένα έσοδα που σε απόλυτους αριθμούς ανέρχονται στα £2.070,5, δηλαδή σημειώνουν αύξηση κατά 23,4%. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι εξαιρουμένων των εσόδων από τις εκδόσεις ονομαστικών χρεογράφων αναπτύξεως ύψους £309 εκατομ., τα οποία για πρώτη φορά συνυπολογίζονται στα έσοδα του προϋπολογισμού του 2002, η αύξηση των δημόσιων εσόδων θα είναι της τάξης του 5,0%.

Από την άλλη, οι δημόσιες δαπάνες για τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας δεν παρουσιάζουν προς το παρόν καμιά βελτίωση. Ειδικότερα οι τρέχουσες δαπάνες που αφορούν δαπάνες προσωπικού και δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας προβλέπεται το 2002 να παρουσιάσουν αυξητική μεταβολή κατά 7,4% και 5,8% αντίστοιχα.

Συνεπώς η λιτότητα που κατ’ επανάληψη επαγγέλλεται η κυβέρνηση και η προσπάθειά της για συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των δημόσιων καταναλωτικών δαπανών ανατρέπεται από τα ίδια τα δεδομένα του κατατεθέντος προϋπολογισμού. Η επιτροπή δηλώνει συναφώς ότι δεν έχει εξακριβώσει ποια είναι τα συγκεκριμένα μέτρα προς την κατεύθυνση συμπίεσης των πιο πάνω δαπανών, παρά το γεγονός ότι κατά την κρίση της είναι δυνατή η μείωση των εν λόγω δαπανών.

Συνεπακόλουθα η επιτροπή προβληματίζεται, αφού με βάση τα πιο πάνω στοιχεία αλλά και εξαιτίας της παρατηρηθείσας ύφεσης στα πραγματικά δεδομένα της κυπριακής οικονομίας διαβλέπεται τελικά επηρεασμός της πρόβλεψης για το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος. Συνεκτιμώντας τις διεθνείς εξελίξεις μετά τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, οι οποίες ίσως να επέδρασαν αρνητικά στην ιδιωτική κατανάλωση, η επιτροπή θεωρεί αναμενόμενη την κάθετη μείωση των κυβερνητικών εσόδων, γεγονός που ενδεχομένως να ανατρέπει την πρόβλεψη για την εικόνα του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Η επιτροπή για σειρά ετών και χωρίς να εισακούεται τονίζει τη σοβαρότητα του ειδικότερου θέματος που συναρτάται άμεσα με τη διαμόρφωση του ύψους του δημοσιονομικού ελλείμματος και το οποίο είναι η δημόσια υπηρεσία, για τη λειτουργία της οποίας οι συνολικές δαπάνες απορροφούν τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης όλων των προβλημάτων που την ταλανίζουν. Επανειλημμένα, έχει επισημάνει το μεγάλο αριθμό νέων προσλήψεων, τη μειωμένη παραγωγικότητα, το διογκωμένο κρατικό μισθολόγιο και τις διογκωμένες λειτουργικές δαπάνες της δημόσιας υπηρεσίας.

Σημειώνεται ότι η πάγια θέση της κυβέρνησης για τη μη δημιουργία νέων ή αναβάθμιση υφιστάμενων θέσεων στη δημόσια υπηρεσία ανατρέπεται συστηματικά τα τελευταία δύο χρόνια με την εκ των υστέρων κατάθεση στη Βουλή συμπληρωματικών προϋπολογισμών που προνοούν τη δημιουργία ή την αναβάθμιση μεγάλου αριθμού θέσεων.

Στις πλείστες των περιπτώσεων, η αιτιολογία που προτάσσεται από την κυβέρνηση για την κατάθεση των συμπληρωματικών αυτών προϋπολογισμών είναι ότι αποσκοπούν στην υλοποίηση συμφωνιών μεταξύ κυβέρνησης και συνδικαλιστικών οργανώσεων ή στην κάλυψη αναγκών που προκύπτουν λόγω της πορείας εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο. Σε διάφορες υπηρεσίες σε ορισμένες περιπτώσεις προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η δημιουργία των νέων θέσεων προτείνεται έναντι κατάργησης αριθμού άλλων. Σημειώνεται ότι η δημιουργία νέων θέσεων με συμπληρωματικούς προϋπολογισμούς συνεπάγεται ενσωμάτωσή τους στους επόμενους ετήσιους προϋπολογισμούς, με αποτέλεσμα στο σύνολό του το δημοσιονομικό έλλειμμα να επηρεάζεται σοβαρά και μακροπρόθεσμα.

Η Βουλή βρίσκεται προ τετελεσμένων και μη αναστρέψιμων καταστάσεων. Η κυβέρνηση έμμεσα και συστηματικά μετατοπίζει το βάρος οποιωνδήποτε διεκδικήσεων στους ώμους της Βουλής. Το γεγονός αυτό είχε επισημανθεί από την επιτροπή και πέρυσι και είχε επικριθεί πολύ έντονα. Η από μέρους της κυβέρνησης τακτική των τελευταίων ετών να καταθέτει αριθμό συμπληρωματικών προϋπολογισμών* κατά τρόπο που να ανατρέπεται ενδεχομένως σε μικρό ή μεγάλο βαθμό η δημοσιονομική εικόνα που επίσημα σκιαγραφείται ενώπιον της Βουλής για το οικονομικό έτος στο οποίο αυτοί αναφέρονται, και παρά το γεγονός ότι μερικές από τις ζητούμενες συμπληρωματικές δαπάνες δυνατό να έχουν προβλεφθεί από προηγουμένως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Δυνατό επίσης να εκληφθεί ότι αποσκοπεί στη δημιουργία πλασματικών εντυπώσεων στο αρχικό στάδιο της κατάθεσης του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού στη Βουλή ως προς την πραγματική επίδραση του συνόλου τελικά των δαπανών στο ΑΕΠ για το οικονομικό έτος στο οποίο αυτές αναφέρονται.

Η επιτροπή αναγνωρίζει ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης αναλογεί και στην ίδια με τις εκάστοτε εισηγήσεις της προς την ολομέλεια του σώματος για έγκριση τέτοιων συμπληρωματικών προϋπολογισμών. Τονίζει όμως ότι αρνείται τη συνέχιση της πιο πάνω ακολουθούμενης τακτικής εκ μέρους της κυβέρνησης και ότι για το λόγο αυτό εφεξής, ειδικά για το θέμα των οποιωνδήποτε αναγκών της δημόσιας υπηρεσίας σε νέο προσωπικό, θα απαιτεί πλήρη και ολοκληρωμένη ενημέρωση στο αρχικό στάδιο της συζήτησης του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού.

Η ενημέρωση αυτή, για την οποία η επιτροπή προτίθεται να διαβουλευθεί με την κυβέρνηση αμέσως μετά τη συζήτηση και έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού του 2002 για τη μορφή που δυνατό να λάβει, μπορεί μεταξύ άλλων να γίνει με τη συμπερίληψη της δημιουργίας νέων ή της αναβάθμισης άλλων θέσεων στον εκάστοτε κατατιθέμενο ετήσιο προϋπολογισμό -πρακτική που δεν ακολουθείται τα τελευταία έτη- που να συνοδεύεται με πλήρη αναλυτική κατάσταση στοιχείων που να δεικνύουν την πραγματική επίδραση των αντίστοιχων δαπανών επί των δημοσιονομικών δεικτών και των δημόσιων οικονομικών, τόσο σε βραχυπρόθεσμη όσο και σε μακροπρόθεσμη βάση.

Ταυτόχρονα η επιτροπή προβληματίζεται να ζητήσει από την κυβέρνηση τακτική ενημέρωση σχετικά με την πορεία εφαρμογής του δημοσιονομικού προγράμματος, καθώς και των ειδικότερων κυβερνητικών προγραμμάτων, τα οποία προτίθεται να υποβάλει με συμπληρωματικούς προϋπολογισμούς κατά τη διάρκεια του έτους. Συναφές είναι και το ενδεχόμενο απόρριψης από την επιτροπή συμπληρωματικών προϋπολογισμών που θα κατατίθενται μετά το πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου ή εφόσον αυτοί δεν αφορούν πραγματικά μη προβλέψιμες δαπάνες ή δαπάνες συγκεκριμένου ποσοστού επί του συνόλου των κρατικών δαπανών, το οποίο ενδεχομένως να καθοριστεί ειδικά για το σκοπό αυτό.

Υπογραμμίζεται ότι εν πάση περιπτώσει η τακτική της κατάθεσης αριθμού συμπληρωματικών προϋπολογισμών, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε λόγους και αν γίνεται, δυσχεραίνει την επιτροπή στο έργο της μελέτης του κρατικού προϋπολογισμού στο σύνολό του, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί αχρείαστη δημοσιονομική ακαταστασία στον προγραμματισμό των δημόσιων δαπανών.

Η επιτροπή κρίνει ότι στενά συνυφασμένο με το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι και το ζήτημα της χαμηλής παραγωγικότητας στη δημόσια υπηρεσία, πρόβλημα το οποίο θεωρεί ότι συναρτάται άμεσα με το ισχύον σύστημα αξιολόγησης και με το γενικότερο ζήτημα της αναδιάρθρωσης της δημόσιας υπηρεσίας. Η δημόσια υπηρεσία, κατά την κρίση της επιτροπής, πάσχει σε μεγάλο βαθμό από συντηρητισμό και ακαμψία, γραφειοκρατία, αναξιοκρατία, συγκεντρωτισμό και αυταρχισμό, έλλειψη αξιοποίησης της σύγχρονης τεχνολογίας, έλλειψη αποτελεσματικής διοικητικής οργάνωσης, εξειδίκευσης και ποιότητας στην παραγωγή. Για τα σοβαρά αυτά προβλήματα που απασχολούν τη Βουλή για χρόνια και που πολλές φορές έχουν συζητηθεί διεξοδικά από αυτή, σημειώνεται η έλλειψη αποφασιστικότητας και η απροθυμία της κυβέρνησης για σειρά ετών να προχωρήσει σε ριζικές τομές για την αντιμετώπισή τους. Η στάση αυτή είχε ως αποτέλεσμα το όλο σύστημα αξιολόγησης των δημόσιων υπαλλήλων να πάσχει για τουλάχιστον δέκα χρόνια από την τελευταία αναθεώρησή του, καθ’ ην στιγμή επίσημα η ίδια η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα παραδεχθεί τόσο την αδυναμία αυτή, όσο και τις υπόλοιπες αδυναμίες της δημόσιας υπηρεσίας.

Σημειώνεται ότι ύστερα από επανειλημμένες επισημάνσεις της Βουλής, η κυβέρνηση μόλις τώρα έχει προχωρήσει σε συμπερίληψη στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό κονδυλίων για μετάκληση ξένων εμπειρογνωμόνων με σκοπό τη διενέργεια αξιολόγησης που να καλύπτει το σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός νέου συστήματος αξιολόγησης στη δημόσια υπηρεσία. Αναμένεται ότι η κυβέρνηση στο εξής θα επιδείξει την ανάλογη σημασία που η Βουλή αποδίδει στα θέματα αυτά και με αποφασιστικότητα θα προωθήσει το ταχύτερο τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα.

Η επιτροπή συναφώς προβληματίζεται να προχωρήσει σε εισήγηση προς την ολομέλεια του σώματος κατά τη συζήτηση του υπό αναφορά προϋπολογισμού για τη θεσμοθέτηση υποχρέωσης της κυβέρνησης να προβαίνει με έκθεσή της προς τη Βουλή σε περιοδική ενημέρωση των αρμόδιων κοινοβουλευτικών επιτροπών για οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνει ή προτίθεται να λάβει, καθώς και για τα συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα υλοποίησής τους σχετικά με όλα τα ζητήματα που συναρτώνται με τη δημόσια υπηρεσία, όπως είναι η παραγωγικότητα, το ισχύον σύστημα αξιολόγησης, ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της και για όλα τα παρεπόμενα με το θέμα κεφάλαια που θα καθορισθούν ειδικά.

Αξίζει πάντως και φέτος όπως και πέρυσι να σημειωθεί η ευαρέσκεια της επιτροπής για την απλούστευση των διαδικασιών, την επιτάχυνση του ρυθμού εξυπηρέτησης του κοινού και την καθιέρωση ενημέρωσης του πολίτη με την εφαρμογή του Χάρτη Δικαιωμάτων του Πολίτη στα περισσότερα τμήματα και υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών.

Περαιτέρω και όσον αφορά το κόστος του κρατικού μισθολογίου και τη δεδηλωμένη εκ μέρους της κυβέρνησης απόφαση για μείωσή του, η επιτροπή επικρίνει την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων της κυβέρνησης με τη συνδικαλιστική πλευρά όσον αφορά το εξαγγελθέν ενιαίο κρατικό μισθολόγιο, θεωρώντας ανεπίτρεπτο το ζήτημα αυτό να διαιωνίζεται.

Η επιτροπή επισημαίνει ότι αναμένει πως το αποτέλεσμα των εν λόγω διαβουλεύσεων θα είναι αυτό που θα υπηρετεί πράγματι την ανάγκη διαρθρωτικής αλλαγής στο πολύ σοβαρό αυτό ζήτημα, το οποίο αποτελεί μια από τις βασικότερες αιτίες αύξησης του δημοσιονομικού ελλείμματος. Για το λόγο αυτό προτίθεται να καλέσει την κυβέρνηση εντός του πρώτου τριμήνου του 2002 να την ενημερώσει σε σχέση με τα ενδεχόμενα προβλήματα που παρουσιάζονται, για το ακριβές στάδιο των διαβουλεύσεων και για το χρονοδιάγραμμα κατάληξης του όλου θέματος. Σχετικά σημειώνει ότι αναμένει πως κύρια επιδίωξη της κυβέρνησης θα είναι η ενσωμάτωση των τελικών αποφάσεων σχετικά με τις προτεινόμενες κλίμακες στον κρατικό προϋπολογισμό του 2003. Σε τελική ανάλυση η επίτευξη του στόχου αυτού θα συμβάλει μεταξύ άλλων αποφασιστικά και στην επιθυμητή σύγκλιση του όρων εργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Μέσα στα ίδια πλαίσια που έχουν διαγραφεί όσον αφορά την ανάγκη συγκράτησης των δημόσιων δαπανών και κατ’ επέκταση του δημοσιονομικού ελλείμματος, η επιτροπή επικροτεί την απόφαση της κυβέρνησης για την ανάληψη της κατασκευής αριθμού δημόσιων έργων με νέες μεθόδους χρηματοδότησης που δεν επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά, νοουμένου όμως ότι πάντοτε τα συμφέροντα του κράτους θα διασφαλίζονται πλήρως μέσω των προνοιών των σχετικών συμβολαίων.

2.2. Άλλα σχετικά θέματα

α. Κεφαλαιαγορά

Η κεφαλαιαγορά παρουσίασε τα γνωστά συνεχιζόμενα προβλήματα. Τα προβλήματα που ταλανίζουν τα τελευταία χρόνια το χρηματιστηριακό θεσμό συνίστανται, κατά την εκτίμηση της επιτροπής, εκτός από την ανεπάρκεια του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και την κατά καιρούς παρατηρηθείσα έλλειψη αποτελεσματικής εποπτείας, στην έλλειψη εμπιστοσύνης στο θεσμό καθώς και στην έλλειψη ρευστότητας.

Σημειώνονται οι αποφάσεις της κυβέρνησης για τη μετάκληση εμπειρογνώμονα για χρηματιστηριακά θέματα στον οποίο ανατέθηκε η επισκόπηση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για το χρηματιστήριο και η υποβολή εισηγήσεων για πλήρωση των παρατηρηθέντων νομοθετικών κενών. Η κυριότερη από τις εισηγήσεις που περιλαμβάνονται στην εν λόγω μελέτη, η οποία να σημειωθεί ότι ολοκληρώθηκε από τον Απρίλιο του 2001, έγινε με τη μόλις πρόσφατη κατάθεση του νομοσχεδίου για τη ρύθμιση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών* . Ολοκληρώθηκε επίσης και τέθηκε σε εφαρμογή από τον Απρίλιο του 2001 το νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς* * , κατά τρόπο που υπό τη νέα στελέχωσή της και με βάση το εν λόγω πλαίσιο λειτουργίας της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να αναμένεται ότι θα συμβάλει στην αποτελεσματική εποπτεία του θεσμού και στη βελτίωση της όλης κατάστασης.

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι ενώ η κυβέρνηση κατά καιρούς προέβη σε δημόσιες επικρίσεις για το έργο της επιτροπής, οι οποίες απέδιδαν σ’ αυτήν καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της μελέτης σχετικών με το χρηματιστηριακό θεσμό νομοσχεδίων, την ίδια στιγμή και ενώ τα νομοσχέδια αυτά είχαν προ πολλού ψηφιστεί σε νόμους, η ίδια δεν έχει ακόμη καταθέσει στη Βουλή για μελέτη και έγκριση τους κανονισμούς που είναι αναγκαίοι για την αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω νομοθετημάτων, με αποτέλεσμα η νομοθεσία π.χ. για τα αμοιβαία κεφάλαια να μην έχει ακόμη καταστεί δυνατό να εφαρμοσθεί*.

Αναφορικά με την απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε άμεση παρέμβαση στο χρηματιστήριο με τη σύσταση του λεγόμενου Σταθεροποιητικού Ταμείου για την τόνωση του χρηματιστηριακού δείκτη τιμών, είναι γνωστή η για λόγους αρχής διαφωνία της πλειοψηφίας της επιτροπής με τέτοιου είδους παρεμβάσεις, η οποία έχει ήδη εκφραστεί με πρόσφατη εισήγησή της για απόρριψη του σχετικού νομοσχεδίου που είχε κατατεθεί στη Βουλή**.

Η επιτροπή γενικότερα επισημαίνει την απουσία πολιτικής βούλησης εκ μέρους της κυβέρνησης να προχωρήσει με ευελιξία και αποφασιστικότητα σε σχεδιασμό βασικής στρατηγικής για αντιμετώπιση των τεκταινομένων της περιόδου 1999-2000, με αποτέλεσμα η δημιουργηθείσα κατάσταση να έχει αποβεί σε βάρος του απλού επενδυτή με ανεπανόρθωτα, κατά την κρίση της, αποτελέσματα. Η επιτροπή κρίνει ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε ήδη μελετήσει και καταλήξει σε συγκεκριμένες αποφάσεις για ζητήματα καίριας σημασίας, όπως είναι η παροχή φορολογικών κινήτρων για μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις και για εταιρείες με μερισματική πολιτική, η επίσπευση της θεσμοθέτησης ποιοτικών κριτηρίων για την εισδοχή εταιρειών στο Χρηματιστήριο, η μείωση του κόστους συναλλαγών και συνεπακόλουθα η κατάργηση του ειδικού τέλους* επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών και η επίλυση ταυτόχρονα των τεχνικών προβλημάτων που παρατηρούνται για την υιοθέτηση φόρου κεφαλαιουχικών κερδών για κέρδη που προκύπτουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές. Θα έπρεπε ακόμη να είχε μελετηθεί σειρά ειδικών φορολογικών απαλλαγών για ανακούφιση του απλού επενδυτή. Η επιτροπή κρίνει, τέλος, αναγκαίο να επισημάνει την ανάγκη εξέτασης του θέματος του καθορισμού προϋποθέσεων για τη λειτουργία ενδεχομένως παράλληλης αγοράς, γεγονός που κατά την κρίση της θα συνέβαλλε στην καλύτερη εξυπηρέτηση του επενδυτικού κοινού.

Συναφώς αναφέρεται ότι η επιτροπή υπό τις δεδομένες επικρατούσες συνθήκες στα χρηματιστηριακά πράγματα θεωρεί ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα την ανάγκη αναστολής της είσπραξης χρεών που συνομολογήθηκαν για επενδυτικούς σκοπούς. Για το λόγο αυτό δηλώνει ότι αναμένει την επαγρύπνηση και δυναμική παρέμβαση της κυβέρνησης προς την Κεντρική Τράπεζα που είναι το αρμόδιο εποπτικό σώμα, αλλά και προς τις ίδιες τις εμπορικές τράπεζες και απαιτεί από αυτήν να την ενημερώνει σχετικά σε τακτά διαστήματα.

Τέλος, η επιτροπή επικρίνει την επίδειξη μη εποικοδομητικής στάσης της κυβέρνησης σε πλείστες όσες περιπτώσεις που βουλευτές είχαν την πρωτοβουλία να προχωρήσουν σε κατάθεση σχετικών προτάσεων νόμου, οι οποίες, κατά τη γνώμη τους, θα συνέβαλλαν στην επίλυση προβλημάτων ή παρατηρηθέντων κενών στο χρηματιστηριακό θεσμό.

Η επιτροπή δηλώνει ότι δεν κρίνει σκόπιμο να ενδιατρίψει περαιτέρω σε θέματα που σχετίζονται με την απόλυτη ανάγκη για εξυγίανση του θεσμού. Η εξυγίανση αυτή αναμένει ότι θα γίνει με την απόδοση της ευθύνης, αλλά και με την ανάληψή της από όλους τους φορείς στους οποίους αυτή αναλογεί, γεγονός που αδιαμφισβήτητα θα συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς το θεσμό και στην ανάκαμψή του. Δεδομένης όμως της έρευνας που διεξάγεται από την ειδικά διορισθείσα από την κυβέρνηση Ερευνητική Επιτροπή* για το Χρηματιστήριο, αλλά και της συνεχιζόμενης έρευνας που διενεργείται σε κοινοβουλευτικό επίπεδο από την ίδια την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού από κοινού με την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, δεν κρίνεται σκόπιμο στο παρόν στάδιο να γίνει περαιτέρω αναφορά.

β. Φορολογική μεταρρύθμιση

Στο στάδιο της εξέτασης του υπό συζήτηση προϋπολογισμού, η προ πολλού εξαγγελθείσα φορολογική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης δεν είχε ακόμα κατατεθεί ενώπιον της επιτροπής. Η επίσημη κατάθεσή της έγινε στις 7 Νοεμβρίου 2001 υπό τη μορφή δήλωσης πολιτικής και η συζήτησή της άρχισε από την επιτροπή στις 28 Νοεμβρίου 2001*.

Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι η κυβέρνηση έχει καθυστερήσει εντελώς αδικαιολόγητα να καταθέσει την εν λόγω φορολογική μεταρρύθμιση ενώπιόν της. Να σημειωθεί ότι και με την περυσινή της έκθεση για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2001, η επιτροπή είχε επισημάνει την καθυστέρηση στην προώθηση φορολογικής μεταρρύθμισης, ανάγκη που η επιτροπή είχε πολλές φορές προηγουμένως επισημάνει στην κυβέρνηση. Παρά την αναληφθείσα δέσμευση του Υπουργού Οικονομικών ενώπιον της επιτροπής τον Ιούλιο του 2001 για κατάθεση της εξαγγελθείσας φορολογικής μεταρρύθμισης αρχές Σεπτεμβρίου 2001, σημειώνεται η βραδύτητα της κυβέρνησης να την καταθέσει έγκαιρα στη Βουλή, αλλά και η απροθυμία της να προχωρήσει στην κατάθεση συγκεκριμένων νομοσχεδίων, των οποίων η μελέτη θα γινόταν από την επιτροπή με βάση τις νενομισμένες διαδικασίες. Αντ’ αυτής της διαδικασίας, η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στην κατάθεση ενός θεωρητικού πλαισίου φορολογικών προτάσεων, γεγονός που για λόγους αντικειμενικούς προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση στην προώθησή του. Σημειώνεται ότι αρχικά η πρώτη κατάθεση στην επιτροπή των προκαταρκτικών προτάσεων της κυβέρνησης σε σχέση με την υπό αναφορά φορολογική μεταρρύθμιση έγινε στις 8 Ιανουαρίου 2001. Από την ημερομηνία αυτή και μέχρι την κατάθεση του επίσημου πλαισίου αυτής στις 7 Νοεμβρίου 2001, παρήλθε ουσιαστικά ένα ολόκληρο έτος. Κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν υπήρχε παρά ελάχιστος ή και καθόλου χρόνος για την εις βάθος συζήτηση και ολοκλήρωση της μελέτης του θέματος και ακολούθως για την κατάθεση στη Βουλή όλων των αναγκαίων σχετικών νομοσχεδίων που απαιτείτο να ψηφιστούν σε νόμους πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους, έτσι που οι αναγκαίες νομοθεσίες να ετίθεντο σε εφαρμογή με την έναρξη του νέου φορολογικού έτους.

Η επιτροπή έχει επίγνωση της σοβαρότητας του όλου θέματος και είναι ενήμερη για τις δεσμεύσεις της Δημοκρατίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) σε σχέση με τις έμμεσες φορολογίες (ΦΠΑ και φόροι κατανάλωσης) και έναντι του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) όσον αφορά την υποχρέωση εξάλειψης του επιζήμιου φορολογικού ανταγωνισμού. Γνωρίζει επίσης την ανάγκη όπως, ύστερα από τη διαμόρφωση νέων ενδεχομένως οικονομικών δεδομένων που προκύπτουν από τη διεθνή οικονομική ύφεση, δημιουργηθούν το ταχύτερο συνθήκες σταθερότητας και άρσης της αβεβαιότητας ως προς το θέμα της φορολογικής μεταρρύθμισης, ιδιαίτερα σε σχέση με το θέμα της φορολόγησης εταιρειών διεθνών δραστηριοτήτων με έδρα την Κύπρο (υπεράκτιες), για να επιτραπεί έτσι η απρόσκοπτη συνέχιση των δραστηριοτήτων τους ή και η προσέλκυση νέων το συντομότερο.

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι ο Υπουργός Οικονομικών ύστερα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις προέβη σε δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες, παρά την αρχική θέση της κυβέρνησης σε σχέση με τη φορολογική μεταρρύθμιση για μηδενικό αποτέλεσμα ως προς τα δημόσια οικονομικά, οι διεθνείς εξελίξεις και οι ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία και στην όλη δημοσιονομική κατάσταση, δυνατό πλέον να δικαιολογούν τη μερική αναθεώρηση της αρχικής αυτής θέσης.

Η επιτροπή παρατηρεί ότι υπό το φως της πιο πάνω δήλωσης και παρά το γεγονός ότι ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός δεν εξαντλεί την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αφού σύμφωνα με το τεχνικό σύστημα κατάρτισής του οποιαδήποτε φορολογικά μέτρα δε συζητούνται κατ’ ανάγκην ταυτόχρονα με αυτόν, στη δεδομένη περίπτωση και λόγω της σοβαρότητας των προτεινόμενων μέτρων κρίνεται ότι τα φορολογικά αυτά θέματα θα έπρεπε να τύγχαναν ταυτόχρονης με τον υπό αναφορά προϋπολογισμό συζήτησης.

Υπό το φως επίσης της δεδηλωμένης βούλησης της κυβέρνησης η φορολογική μεταρρύθμιση να προωθηθεί το ταχύτερο, ούτως ώστε να συγκρατηθεί το ενδεχόμενο διεύρυνσης του δημοσιονομικού ελλείμματος* , στη βάση της εξαγγελίας της αρχής της μηδενικής βάσης όσον αφορά τα προκύπτοντα έσοδα και δαπάνες, σε συσχετισμό πάντα με την ανάγκη οι σχετικές νομοθεσίες να ισχύσουν ταυτόχρονα από 1ης Ιανουαρίου 2002, ώστε να μην απολέσει η κυβέρνηση έσοδα, η επιτροπή κρίνει σκόπιμο να προβεί στην ακόλουθη δήλωση:

Δε δεσμεύεται για το χρόνο αποπεράτωσης του έργου της μελέτης της εν λόγω φορολογικής μεταρρύθμισης, την οποία θεωρεί ως ένα από τα πλέον σοβαρά θέματα που έχουν τα τελευταία χρόνια αχθεί ενώπιόν της και για το οποίο θα κληθεί να υποβάλει έκθεση προς την ολομέλεια του σώματος. Σχετικά δηλώνει ότι θα προβεί σε συζήτηση του θέματος μέσα στα χρονικά πλαίσια που θα απαιτηθούν και αδιάφορα από οποιουσδήποτε χρονικούς περιορισμούς, έτσι που να θεσμοθετηθεί ένα ισοζυγισμένο πλαίσιο φορολογικού συστήματος στη βάση πρώτιστα της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Στο στάδιο αυτό η επιτροπή δεν επιθυμεί να υπεισέλθει σε περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με το όλο θέμα, για το οποίο όλες ανεξαίρετα οι πλευρές της επιτροπής έχουν τοποθετηθεί ότι επιδέχεται συζήτησης και βελτίωσης, αλλά και του οποίου η πρώτη εκτίμηση καταδεικνύει ότι η υπό αναφορά φορολογική μεταρρύθμιση ενδεχομένως να μην έχει τεθεί πάνω σε μηδενική βάση, αφού η κυβέρνηση από το δεύτερο έτος πιθανής εφαρμογής της διαφαίνεται να αποκομίζει έσοδα.

Με την ευκαιρία όμως της αναφοράς στο θέμα της φορολογικής μεταρρύθμισης, η επιτροπή επιθυμεί να δηλώσει ότι επέστη ο χρόνος για να τεθεί ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός πάνω σε νέα βάση. Η θεώρηση της επιτροπής είναι ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να παύσει πλέον να αποτελεί έναν απλό ισολογισμό εσόδων και δαπανών, αλλά είναι ανάγκη όπως ταυτόχρονα με αυτόν εξετάζεται και η κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης, οι οποιεσδήποτε φορολογικές της προτάσεις, ενώ επιβάλλεται και η εις βάθος ανάλυση του συγκεκριμένου κυβερνητικού προγραμματισμού όσον αφορά το ύψος και τις πηγές του δανεισμού στον οποίο το κράτος προσφεύγει.

2.3. Παρουσίαση/μορφή προϋπολογισμού - Βαθμός υλοποίησης αναπτυξιακών έργων

Για τρίτη συνεχή χρονιά ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός κατατίθεται στη Βουλή σε ενοποιημένη μορφή. Επισημαίνεται όμως ότι ούτε και φέτος έχουν επέλθει οποιεσδήποτε ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο παράθεσης των διάφορων κονδυλίων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η δέουσα διαφάνεια και να μην καθίσταται εύκολη η άσκηση του δέοντος κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, από την επόμενη χρονιά αναμένεται η κατάθεση του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού υπό εντελώς διαφορετική μορφή τόσο στο στάδιο κατάθεσής του στη Βουλή, όσο και στη μορφή που θα εγκρίνεται τελικά. Δεδομένης της απόφασης αυτής, αναμένεται από την κυβέρνηση να καταθέσει στη Βουλή έναν προϋπολογισμό που να βασίζεται στην αρχή της διαφάνειας και της απλούστευσης της μορφής του, ανάγκη που και πέρυσι είχε επισημανθεί έντονα από την επιτροπή.

Ο κύριος άξονας της προσπάθειας αυτής, κατά την εκτίμηση της επιτροπής, θα πρέπει να είναι η συγκέντρωση και η συγχώνευση διάσπαρτων κονδυλίων για τον ίδιο σκοπό και για δαπάνες της ίδιας μορφής, η αποφυγή επικαλύψεων και ο ορθολογικός διαχωρισμός των κεφαλαιουχικών και των καταναλωτικών δαπανών, έτσι που να αποφεύγεται το ενδεχόμενο σύγχυσης και η παρουσίαση νοθευμένης εικόνας του προϋπολογισμού.

Η επιτροπή, υπό το φως της δεδηλωμένης πρόθεσης της κυβέρνησης για ανακατάταξη της μορφής του κρατικού προϋπολογισμού, απαιτεί όπως ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες εισηγήσεις της στο στάδιο της κατάρτισης του επόμενου κρατικού προϋπολογισμού. Αναμένει επίσης ότι με την κατάθεση του επόμενου προϋπολογισμού στη Βουλή θα είναι σε θέση να διακριβώσει μέσα από το κείμενό του, όσο και μέσα από όλες τις εκθέσεις και τα μνημόνια που τον συνοδεύουν, την ακριβή πολιτική κάθε υπουργείου σε σχέση ειδικά με τις επιδιώξεις, τους στόχους και τους σκοπούς του και ότι θα εμφαίνονται τα προγράμματα υλοποίησης των στόχων αυτών βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα διαχωρισμένα ανά χρονικές περιόδους που θα εκτείνονται από ένα έως δέκα χρόνια.

Μέσα στα ίδια πλαίσια αναμένει ότι θα μελετηθεί και θα επιλυθεί από τους τεχνοκράτες της κυβέρνησης το επανειλημμένως επισημανθέν πρόβλημα του ετήσιου ποσοστού υλοποίησης των αναπτυξιακών έργων, κατά τρόπο που τα εμφαινόμενα εκάστοτε στον ετήσιο προϋπολογισμό αναπτυξιακά έργα να βρίσκονται όντως στο στάδιο της έναρξης υλοποίησής τους, όταν αποφασίζεται η περίληψή τους σ’ αυτόν με τη λήψη της τελικής απόφασης και όχι απλώς στο προκαταρκτικό στάδιο λήψεως των σχετικών αποφάσεων. Σημειώνεται η τακτική της κυβέρνησης για σειρά ετών να περιλαμβάνει στον κρατικό προϋπολογισμό επαναλαμβανόμενα κονδύλια για έργα των οποίων η έναρξη υλοποίησης είχε σημειώσει καθυστέρηση ετών. Συνεπώς, τονίζεται η ανάγκη συμπερίληψης στον κρατικό προϋπολογισμό εκείνων μόνο των κονδυλίων που θα ανταποκρίνονται στις ακριβείς προβλεπόμενες δαπάνες, έτσι που με την ενδεικτική συμπερίληψή τους, να καθίσταται δυνατή μεν η προώθηση των αναγκαίων διαδικασιών π.χ. προκήρυξη προσφορών, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η πραγματική εικόνα του προϋπολογισμού, αλλά και να καθίσταται έτσι δυνατή η επίτευξη του ψηλότερου βαθμού υλοποίησης.

Η επιτροπή τέλος προβληματίζεται να προχωρήσει σε εισήγηση προς την ολομέλεια του σώματος για καθιέρωση της πρακτικής να κατατίθεται μαζί με τον ετήσιο προϋπολογισμό ειδικό μνημόνιο, πέραν των αναφορών που παρουσιάζονται ήδη στο επεξηγηματικό υπόμνημα για τις αναπτυξιακές δαπάνες του προϋπολογισμού, στο οποίο να περιλαμβάνεται συγκεντρωτική αναλυτική κατάσταση όλων των αναπτυξιακών έργων όλων των υπουργείων που εμφαίνονται εκάστοτε στον ετήσιο προϋπολογισμό, καθώς και αναλυτική πληροφόρηση για τα επαναλαμβανόμενα κονδύλια ως προς τα αντίστοιχα έργα, για τις παρατηρούμενες αποκλίσεις, καθυστερήσεις, καθώς και για άλλα σχετικά ζητήματα.

2.4. Ενταξιακή πορεία και εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο

Η ενταξιακή πορεία της Δημοκρατίας και το έργο της εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο διαγράφεται με ευαρέσκεια μέσα από τον αριθμό των συμπληρωθέντων κεφαλαίων ως σταθερή. Με ικανοποίηση σημειώνεται ακόμη η εντός του 2002 αναμενόμενη ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων σε σχέση με τα εναπομείναντα υπό διαπραγμάτευση κεφάλαια, η οποία δικαιώνει σε όλα τα επίπεδα το στρατηγικό στόχο που είχε αρχικά τεθεί στις 4 Ιουλίου 1990 με την τότε υποβολή της αίτησης της Δημοκρατίας για ένταξή της στην Ενωμένη Ευρώπη. Δικαιώνεται επίσης η αναληφθείσα εκ μέρους της κυβέρνησης προσπάθεια να παραμείνει η Κύπρος στην πρώτη θέση της επικείμενης διεύρυνσης, γεγονός που επιβεβαιώνεται με βάση τις πρόσφατες δηλώσεις του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ρομάνο Πρόντι κατά την προσφώνηση της ολομέλειας του σώματος της Βουλής στις 25 Οκτωβρίου 2001.

Η επικείμενη έναρξη της κυκλοφορίας του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος (ευρώ) από 1ης Ιανουαρίου 2002 στις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργεί επίσης νέες προοπτικές και για την Κύπρο με την εισδοχή της σε νέες οικονομικές συνθήκες. Το ευρώ θα δημιουργήσει μια ενιαία χρηματοοικονομική αγορά, που στο παρόν στάδιο αναμένεται να λειτουργήσει ευνοϊκά και με συνεπακόλουθες θετικές επιδράσεις και στην κυπριακή οικονομία. Σημειώνεται στο σημείο αυτό η άμεση ανάγκη για την ανάληψη εκ μέρους των αρμοδίων ενημερωτικής εκστρατείας και επιμόρφωσης, σε σχέση με τα θέματα που αφορούν τη νέα κατάσταση σε όλα τα επίπεδα, του κυπριακού λαού.

Το πιο σημαντικό ζήτημα αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με τις επισημάνσεις των αρμοδίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και κατά την κρίση της επιτροπής, παραμένει πλέον η δυνατότητα της Κύπρου να προχωρήσει σε εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου και η ικανότητα της Διοίκησης να αφομοιώσει το νέο καθεστώς. Κατά την επιτροπή πολύ σοβαρό είναι επίσης το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων δομών για είσπραξη των κοινοτικών κονδυλίων και κυρίως της ικανότητας αφομοίωσης και εκμετάλλευσής τους. Μία νέα υποχρέωση διανοίγεται, λοιπόν, μέσα στα πλαίσια της ενταξιακής πορείας και αυτή είναι η ικανότητα του κράτους να σταθμίσει έγκαιρα τις δομικές αδυναμίες του συστήματος και αποτελεσματικά να εφαρμόσει εκείνη τη στρατηγική και να λάβει εκείνα τα μέτρα που θα αναπροσαρμόσουν τους μηχανισμούς δράσης και διοίκησης, έτσι που να εφαρμοσθούν αποτελεσματικά οι νέες νομοθεσίες, αλλά και οι κοινοτικοί πόροι να τύχουν έγκαιρης και σωστής απορρόφησης.

2.5 Περιβάλλον

Είναι γνωστό ότι το κεφάλαιο του Περιβάλλοντος στα πλαίσια της ενταξιακής προοπτικής τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για το κατά πόσο η Κύπρος είναι έτοιμη και ικανή να το εφαρμόσει. Θέματα όπως η ανακύκλωση, οι επικίνδυνες εκπομπές, τα απόβλητα, η ρύπανση από τις βιομηχανίες, η προστασία από παράνομες επεμβάσεις, δεν έχουν ακόμη τύχει αποτελεσματικής αντιμετώπισης, με αποτέλεσμα η Κύπρος να βρίσκεται σε νηπιακά στάδια στο θέμα αυτό σε σύγκριση με άλλες υποψήφιες χώρες.

Η εκτίμηση της επιτροπής είναι ότι η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος και η αειφόρος ανάπτυξή του αναβαθμίζει την ποιότητα ζωής και προσφέρει νέες προοπτικές σχετικά με τον τρόπο ανάπτυξης τομέων όπως είναι η βιομηχανία, η γεωργία, ο τουρισμός κ.ά. Η επιτροπή εκφράζει όμως πολύ έντονες ανησυχίες σε σχέση με την ικανότητα του κράτους να συμμορφωθεί με τα κοινοτικά πρότυπα.

Από τα στοιχεία που κατέθεσε ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος στην επιτροπή, διαγράφεται έντονα η απουσία σαφούς βραχυπρόθεσμης, μεσοπρόθεσμης, αλλά και μακροπρόθεσμης πολιτικής σε σχέση με τα ευρύτερα θέματα περιβάλλοντος. Η επιτροπή σε βραχυπρόθεσμη βάση, πέραν ενός θεωρητικού πιλοτικού προγράμματος ανακύκλωσης που εφαρμόζεται σε πέντε δήμους με ενίσχυση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ορισμένων άλλων πολύ ειδικών σχεδίων* , δεν έχει διαπιστώσει ποια είναι η πραγματική πολιτική της κυβέρνησης σε σχέση με θέματα που αφορούν την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής στις πόλεις και στην ύπαιθρο.

Δεδομένης της δήλωσης του αρμόδιου υπουργού, ότι μέχρι το 2012 το κράτος θα πρέπει να δαπανήσει περίπου £500 εκατομμύρια για το περιβάλλον, η επιτροπή αναμένει ότι η κυβέρνηση, αποδίδοντας τη σημασία που πρέπει στο όλο θέμα, θα είναι έτοιμη με τον επόμενο κρατικό προϋπολογισμό να καταθέσει στην επιτροπή τα ακόλουθα:

  • Ακριβή σχέδια και τις λεπτομέρειές τους για την ανάπτυξη και προστασία του περιβάλλοντος, για το ακριβές κόστος και το χρόνο υλοποίησής τους.
  • Την απόφασή της να προχωρήσει σε ενίσχυση της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, αφού η στελέχωσή της κρίνεται ανεπαρκής**.

Στο σημείο αυτό η επιτροπή κρίνει σκόπιμο να επισημάνει ότι, με την ολοένα και πιο αυξημένη σημασία που αποκτά το θέμα της προστασίας και ανάπτυξης του περιβάλλοντος, επέστη ο χρόνος για να προχωρήσει η μελέτη του θέματος δημιουργίας ανεξάρτητης Αρχής Περιβάλλοντος, έτσι που και η δέουσα σημασία να δοθεί στο όλο θέμα, αλλά και όλες οι διάσπαρτες σχετικές υπηρεσίες να συγκεντρωθούν κάτω από μια γενική διεύθυνση.

- Ενοποίηση και συγκέντρωση όλων των διάσπαρτων σε άλλα υπουργεία κονδυλίων για το περιβάλλον κάτω από την Υπηρεσία Περιβάλλοντος, έτσι που το αρμόδιο υπουργείο να αποκτήσει ουσιαστική και όχι απλώς συντονιστική αρμοδιότητα.

- Την ακριβή χρηματοδότηση της Κύπρου από την Ε.Ε. για θέματα περιβάλλοντος και λεπτομερή ενημέρωση για την ετοιμότητα της κυβέρνησης να αξιοποιήσει τα σχετικά κονδύλια.

  • Αναλυτική κατάσταση όλων των νόμων και κανονισμών που έχουν ψηφιστεί για το περιβάλλον, καθώς και όλων των νομοσχεδίων των οποίων προγραμματίζεται η κατάθεση, μαζί με έκθεση για την κατάσταση του περιβάλλοντος στην Κύπρο και για το βαθμό εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής.
  • Χρονοδιάγραμμα για την προώθηση προγραμμάτων για υπαλλακτικές μορφές ενέργειας (ΑΠΕ), δεδομένης της αύξησης της κατανάλωσης, χωρίς στο μεταξύ να έχουν αξιοποιηθεί άλλες μορφές ενέργειας, αλλά και της υποχρέωσης της Κύπρου έναντι της Ε.Ε. με βάση τη “Λευκή Βίβλο”* για συμβολή στο διπλασιασμό των ΑΠΕ στη συνολική ενεργειακή κατανάλωση της Ε.Ε. από 6% που ήταν το 1995, σε 12% το 2010.
  • Συγκεκριμένο πρόγραμμα για περιβαλλοντική εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού.

2.6. Γεωργία

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, ο τομέας της γεωργίας παρουσιάζει το 2001 διεύρυνση της τάξης του 7,5%, έναντι της φθίνουσας πορείας που παρουσίασε τα προηγούμενα έτη, αλλά η συμβολή του στο ΑΕΠ είναι μειωμένη και είναι της τάξης του 4% σε συσχετισμό με τη ραγδαία ανάπτυξη άλλων τομέων, όπως είναι ο τομέας των υπηρεσιών. Μειωμένη είναι επίσης η απασχόληση στο γεωργικό τομέα.

Δεδομένης της παραδοσιακά στρατηγικής τοποθέτησης του τομέα της γεωργίας μέσα στο όλο φάσμα της κυπριακής οικονομίας, αλλά και της κατ’ επανάληψη δήλωσης της κυβέρνησης ενώπιον της επιτροπής ότι ο τομέας δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί, η επιτροπή παρατηρεί ότι οι αναπτυξιακές δαπάνες για τη γεωργία δεν είναι οι αναμενόμενες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία ο τομέας αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες που πηγάζουν από την ανάγκη συμπόρευσής του με τους μηχανισμούς της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Ειδικότερα το υψηλό κόστος παραγωγής καθιστά τα κοινοτικά προϊόντα ανταγωνιστικότερα έναντι των κυπριακών.

Η επιτροπή είναι ενήμερη για το κονδύλι ύψους £15 εκατομμυρίων που έχει περιληφθεί στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό για τόνωση του τομέα. Δεν παραγνωρίζει επίσης τον επηρεασμό του τομέα από τις κατά καιρούς δυσμενείς καιρικές συνθήκες, επισημαίνει όμως ότι δεν είναι σαφείς και προσδιορισμένες οι εξαγγελθείσες αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που η κυβέρνηση προγραμματίζει για την επιβίωση του τομέα ενόψει της ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε. Η επιτροπή δηλώνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του τομέα της γεωργίας με βάση την ανάγκη διασαφήνισης πρώτα της πραγματικής της βούλησης σε σχέση με αυτόν. Σκοπός της είναι πράγματι η προώθηση της ανάπτυξης του τομέα ή η πολιτική που ακολουθείται είναι αυτή της απλής συντήρησής του σε ανεκτά επίπεδα;

Στην πρώτη περίπτωση καθίσταται επιτακτική στο παρόν στάδιο και πριν την ένταξη στην Ε.Ε. η ανάγκη διοχέτευσης νέων κεφαλαίων στον τομέα, με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναδιάρθρωσή του κατά τρόπο που οι παραγωγοί να μπορέσουν να προχωρήσουν προγραμματισμένα σε κεφαλαιουχικές επενδύσεις, αναδιαρθρώσεις και εκσυγχρονισμό της παραγωγικής διαδικασίας, ώστε να καταστούν ικανοί να αντεπεξέλθουν στις συνθήκες ανταγωνισμού της Ε.Ε. Επιπλέον, θα πρέπει να μελετηθούν άμεσα μέτρα φορολογικής στήριξης των παραγωγών. Μεταξύ των μέτρων στήριξης, η επιτροπή θεωρεί σημαντική την επιδότηση του πετρελαίου για γεωργική χρήση, θέμα που επανειλημμένα έχει απασχολήσει τη Βουλή χωρίς όμως να έχει επιλυθεί, αλλά και τον καθορισμό άμεσα συγκεκριμένων παροχών με απώτερο σκοπό τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των γεωργοκτηνοτρόφων. Τέλος, σημαντική παράμετρο του θέματος η επιτροπή θεωρεί την ανάγκη χάραξης πολιτικής για διατήρηση κάποιων καλών τεμαχίων γεωργικής γης προς όφελος του τομέα, αφού μέχρι σήμερα η ακολουθούμενη πολιτική είναι τέτοια τεμάχια να θυσιάζονται χάριν τουριστικής ή άλλης αναπτύξεως.

Η επιτροπή μη κρίνοντας σκόπιμο να αναλύσει περαιτέρω τα θέματα του τομέα και επιφυλάσσοντας το δικαίωμα των μελών της να εκφράσουν τις θέσεις τους κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού ενώπιον της ολομέλειας του σώματος, δηλώνει μόνο ότι ανεπιφύλαχτα τάσσεται ενάντια σε οποιαδήποτε πολιτική μονόπλευρη και στρεβλωτική προς όφελος άλλων τομέων της οικονομίας και με την ευκαιρία αυτή καλεί την κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα και χωρίς αναβολή σε υλοποίηση των δεσμεύσεών της για τη δημιουργία μητρώου γεωργών κατά κατηγορίες ανάλογα με την πλήρη ή άλλης μορφής απασχόληση στον τομέα.

Δηλώνει επίσης ότι αναμένει από την κυβέρνηση να προχωρήσει αμέσως με συγκεκριμένα προγράμματα εκπαίδευσης των παραγωγών σε θέματα Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, ανάγκη την οποία κρίνει επιτακτική δύο μόνο χρόνια πριν από την αναμενόμενη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέλος επισημαίνει την ανάγκη η κυβέρνηση να ακολουθήσει μια ενιαία και συγκροτημένη πολιτική στο θέμα των πυρκαϊών τόσο όσον αφορά τους τρόπους αντιμετώπισης, όσο και τους τρόπους στήριξης των δικαιούχων.

2.7. Παιδεία - Πολιτισμός

Η παιδεία πρέπει να αντιμετωπίζεται από κάθε κυβέρνηση ως εθνική προτεραιότητα και ως βασικό κοινωνικό αγαθό, το οποίο πρέπει να διασφαλίζεται ισότιμα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης για όλα τα άτομα, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με ειδικές ή άλλες ανάγκες. Η ενίσχυση και αναβάθμιση της παιδείας αποτελεί το βασικότερο μοχλό της μελλοντικής ανάπτυξης του κράτους και η επιτροπή αποδίδει μεγάλη σημασία στον παράγοντα αυτό.

Στη βάση της αρχής αυτής η επιτροπή, πέρα από τα ειδικά ζητήματα που άπτονται του θέματος και για τα οποία τα μέλη της επιφυλάσσονται να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού στην ολομέλεια του σώματος, επισημαίνει τα ακόλουθα:

  • Στον υπολογισμό του ρυθμού αύξησης των αναπτυξιακών δαπανών για την παιδεία δεν θα πρέπει να συνυπολογίζονται οι δαπάνες για το μισθολόγιο, ενώ πρέπει άμεσα να ενισχυθούν οι δαπάνες για την εφαρμογή της πληροφορικής και για την έρευνα.

Επισημαίνεται ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι δαπάνες για έρευνα στην Κύπρο είναι περίπου της τάξης του 0,2% του ΑΕΠ και αντιπροσωπεύουν ποσοστό που αποτελεί λιγότερο από το 1/10 των αντίστοιχων πρωτοπόρων χωρών της Ευρώπης, ενώ σημειώνεται η έλλειψη γενικής κυβερνητικής πολιτικής για τον τομέα της έρευνας και κατά συνέπεια η έλλειψη αρμόδιας αρχής για το συντονισμό των σχετικών θεμάτων.

  • Παρίσταται ανάγκη ολοκλήρωσης και ενίσχυσης νεοεισαχθέντων θεσμών, όπως είναι η εισαγωγή της υποχρεωτικής δωρεάν προδημοτικής εκπαίδευσης, το ολοήμερο σχολείο και το ενιαίο λύκειο, καθώς και η επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η επιτροπή δηλώνει ότι βαρύνουσα σημασία αποδίδει στην ποιότητα που πρέπει να διέπει την εισαγωγή και λειτουργία τέτοιων θεσμών στην εκπαίδευση, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει η εισαγωγή νέων θεσμών να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.

  • Οι δαπάνες για τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες είναι πενιχρές, αφού υπολογίζονται μόλις στο 0,1% του ΑΕΠ, δεικνύοντας έτσι την αδιαφορία της επίσημης κυβερνητικής πολιτικής σε σχέση με την πολιτιστική ανάπτυξη.
  • Δε διακριβώνεται από το δοθέν μέγεθος για τις αναπτυξιακές δαπάνες της παιδείας, ποιο είναι το ακριβές ποσοστό που διατίθεται για δαπάνες όσον αφορά την παιδεία για άτομα με ειδικές ανάγκες.

2.8. Υγεία

Η Βουλή στις 19 Απριλίου 2001 προχώρησε σε θεσμοθέτηση του νομικού πλαισίου για την εισαγωγή στην Κύπρο ενός νέου γενικού συστήματος υγείας (ΓΕΣΥ)* . Το σύστημα βασίζεται σε αναλογιστικά πρότυπα και διασφαλίζει την ισότιμη συμμετοχή του πολίτη στο αγαθό της υγείας με την παροχή ολοκληρωμένης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Η επιτροπή παρατηρεί ότι οι προτεινόμενες σχετικές πιστώσεις (£400.000) που έχουν περιληφθεί στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό και που προορίζονται για τις ανάγκες προώθησης του ΓΕΣΥ δεν αναλύονται, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η διακρίβωση της πορείας υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων και των έργων υποδομής που απαιτούνται τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή του ΓΕΣΥ μέσα στα καθορισμένα χρονικά πλαίσια* . Η επιτροπή ειδικότερα διαπιστώνει ότι καθ’ ην στιγμή το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο έχει θεσπιστεί από τη Βουλή από τον Απρίλιο του 2001, η κυβέρνηση δεν επέδειξε την ανάλογη επιμέλεια στην προώθησή του.

Σε σχέση με άλλα ειδικότερα ζητήματα η επιτροπή καλεί την κυβέρνηση να προχωρήσει στα ακόλουθα:

- Σε επίσπευση της επαναδιαπραγμάτευσης της ιδρυτικής πράξης και των όρων λειτουργίας του Ογκολογικού Κέντρου της Τράπεζας Κύπρου* * , ζήτημα το οποίο λόγω της σημασίας και της ιδιαιτερότητάς του θεωρεί ανεπίτρεπτο να διαιωνίζεται.

Σημειώνεται ότι η επιτροπή είναι ενήμερη ότι το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφασή του υπ’ αρ. 48.753, ημερομηνίας 2.12.1998 έχει εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό Υγείας και τον Υπουργό Οικονομικών να επαναδιαπραγματευθούν το όλο θέμα με την Τράπεζα Κύπρου.

- Στη συμπερίληψη στον επόμενο κρατικό προϋπολογισμό των αναγκαίων κονδυλίων για αύξηση του αριθμού των αγροτικών υγειονομικών κέντρων και τη δημιουργία πολυδύναμων ιατρικών κέντρων, ανάγκες που επανειλημμένα έχουν επισημανθεί από τη Βουλή.

Τέλος, η επιτροπή επικρίνει τις καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν στην αποπεράτωση των εργασιών ανέγερσης του νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας που είχαν ως αποτέλεσμα τη μετάθεση της ημερομηνίας αποπεράτωσης του έργου για τουλάχιστο ενάμιση χρόνο και το διπλασιασμό του συνολικού κόστους ανέγερσής του.

2.9. Στεγαστική πολιτική

Η επιτροπή, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην κάλυψη των στεγαστικών αναγκών ειδικά του προσφυγικού κόσμου και των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων, δηλώνει τα ακόλουθα:

  • Αναμένει την κυβέρνηση να ανταποκριθεί με συνέπεια προς ανειλημμένη υποχρέωση και δέσμευσή της ενώπιον της Βουλής σχετικά με την απόδοση ως αντιστάθμισμα της τελευταίας αύξησης του συντελεστή ΦΠΑ από 8% σε 10%, ποσού ύψους £6 εκατομ. πάνω σε ετήσια βάση προς τον Κυπριακό Οργανισμό Αναπτύξεως Γης (ΚΟΑΓ) για τη διάθεσή του για σχέδια στέγασης πολύ χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων. Η επιτροπή συναφώς σημειώνει ότι οποιεσδήποτε διαφορετικές θέσεις της κυβέρνησης, οι οποίες δυνατό να συνίστανται στο ότι το αντισταθμιστικό αυτό μέτρο θα έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ ή ότι η καταβολή του συναρτάται εκάστοτε με τον ετήσιο βαθμό απορρόφησης του αντίστοιχου ποσού, βρίσκουν αντίθετη την επιτροπή, για την οποία το ζήτημα αποτελεί θέμα αρχής και στη βάση αυτή το αντικρίζει.
  • Επιβάλλεται να προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς η αναδόμηση των υφιστάμενων προσφυγικών συνοικισμών, αλλά και η αναθεώρηση της κυβερνητικής πολιτικής σε σχέση με τα κριτήρια στέγασης στους εν λόγω συνοικισμούς, έτσι που να ενθαρρυνθούν τα νεαρά ζευγάρια να εγκατασταθούν σε αυτούς.
  • Επιβάλλεται η άμεση και ριζική αναδιάρθρωση της αρμόδιας υπηρεσίας για θέματα αλλοδαπών και μετανάστευσης που τώρα καλείται Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μεταναστεύσεως. Λόγω της πολυπλοκότητας των θεμάτων που η εν λόγω υπηρεσία καλείται να διεκπεραιώσει, αλλά και ενόψει της προοπτικής ένταξης στην Ε.Ε., η αναδόμηση αυτή αποτελεί κατά την κρίση της επιτροπής άμεση προτεραιότητα.

2.10. Εξωτερική πολιτική

Κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εξωτερικών για το 2002 στην παρουσία του Υπουργού Εξωτερικών, η επιτροπή, με βάση την ενημέρωση που είχε, διαπίστωσε την άμεση ανάγκη ενίσχυσης του εν λόγω υπουργείου, το οποίο λόγω των αρμοδιοτήτων του χειρίζεται όλες τις εξωτερικές υποθέσεις της Δημοκρατίας, έτσι που να καταστεί ικανό να φέρει σε πέρας την πολυποίκιλη αποστολή του.

Οι προκαταρκτικές διαπιστώσεις της επιτροπής είναι οι ακόλουθες:

Είναι αναγκαία η άμεση ενίσχυση του Υπουργείου Εξωτερικών με το απαραίτητο διπλωματικό, διοικητικό και άλλο προσωπικό και δεν μπορεί παρά να επισημανθεί η ανάγκη το καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο να προβεί σε όλες τις απαραίτητες και συντονισμένες ενέργειες για την ενίσχυσή του με το αναγκαίο νέο προσωπικό. Η ενίσχυση αυτή κρίνεται αναγκαία, ώστε να καταστεί δυνατή η εγκατάσταση νέων μόνιμων πρεσβειών όπου κρίνεται σκόπιμο και ιδιαίτερα σε χώρες που τώρα εξυπηρετούνται με επισκέψεις διαπιστευμένων πρέσβεων. Αυτό, μεταξύ άλλων, θα συμβάλει στην προβολή της ορθότητας της κυπριακής πολιτικής στα μεγάλα εθνικά και άλλα διεθνή θέματα. Η επιτροπή θεωρεί απαράδεκτο για άλλη μια φορά να αναγκάζεται να επισημάνει την ανάγκη αυτή, αφ’ ης στιγμής ο ρόλος του Υπουργείου Εξωτερικών είναι κατ’ εξοχήν διπλωματικός και η κάλυψη της ανάγκης αυτής επιβάλλεται ιδιαίτερα λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών κάτω από τις οποίες το Υπουργείο Εξωτερικών λειτουργεί εξαιτίας του κυπριακού προβλήματος.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή διαπιστώνει την επιτακτική ανάγκη αύξησης του ύψους όλων των επιδομάτων του Υπουργείου, με κυριότερο το επίδομα εξωτερικού, τόσο των διπλωματών όσο και άλλων λειτουργών που υπηρετούν σε πρεσβείες. Δεδομένης ήδη της παραδοχής της κυβέρνησης για την ανάγκη αύξησης του εν λόγω επιδόματος, κρίνεται απαραίτητο να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για υπερπήδηση όλων των σχετικών τεχνικών δυσκολιών το συντομότερο. Η επιτροπή συμφωνεί ότι το χαμηλό ύψος του εν λόγω επιδόματος ενδεχομένως να καθιστά δύσκολο το έργο της επιλογής του κατάλληλου προσωπικού, εξαιτίας της σχετικής απροθυμίας που παρατηρείται εκ μέρους του διπλωματικού προσωπικού να υπηρετήσει σε πρεσβείες του εξωτερικού.

Η επιτροπή εφιστά επίσης την προσοχή της κυβέρνησης στην ανάγκη αύξησης και όλων των άλλων επιδομάτων, όπως είναι π.χ. το ύψος του επιδόματος φιλοξενίας που έχουν στη διάθεσή τους οι πρεσβείες, το οποίο κρίνεται ιδιαίτερα χαμηλό, δεδομένου του έργου που αυτές καλούνται να επιτελέσουν σε σχέση με την εθνική υπόθεση της Κύπρου.

Τέλος, η επιτροπή καλεί την κυβέρνηση να εγκύψει στο θέμα των κονδυλίων που διατίθενται για τη διαφωτιστική εκστρατεία της Κύπρου στο εξωτερικό, τα οποία κρίνει ως απαράδεκτα χαμηλά, αφού περιορίζονται μόνο σε £1.235.000. Σύμφωνα με την ενημέρωση του Υπουργού Εξωτερικών, από το κονδύλι αυτό ποσό ύψους £1.000.000 θα διατεθεί για αμοιβή του νέου αμερικανικού οίκου δημόσιων σχέσεων που έχει πρόσφατα επιλεγεί, για να αναλάβει τη διαφωτιστική εκστρατεία της Κύπρου, ενώ μόνο £235.000 θα διατεθούν για τις διαφωτιστικές δραστηριότητες των κυπριακών αποστολών, κονδύλι που έχει προ πολλού εξαντληθεί.

Η επιτροπή, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο ειδικό αυτό θέμα ύψιστης εθνικής σημασίας και προτεραιότητας, καλεί την κυβέρνηση να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση σε επανεκτίμηση του όλου ζητήματος, όχι μόνο όσον αφορά το ύψος των παραχωρούμενων κονδυλίων για σκοπούς διαφώτισης, αλλά και όσον αφορά τους τρόπους με τους οποίους διενεργείται η διαφωτιστική εκστρατεία, τρόποι οι οποίοι κρίνονται εντελώς απηρχαιωμένοι και να επανέλθει σύντομα στη Βουλή με νέες προτάσεις σε σχέση με το ζήτημα αυτό.

3. Συμπεράσματα της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και

Προϋπολογισμού

Η κυπριακή οικονομία παρουσιάζει θετική πορεία και σε καιρούς κρίσεως απέδειξε ότι είναι ικανή να επιβιώσει και να αναπτυχθεί περαιτέρω. Αναμένεται ότι και στην παρούσα φάση υπό τις δεδομένες συνθήκες διεθνούς οικονομικής ύφεσης η κυπριακή οικονομία με τους σωστούς χειρισμούς και τον ανάλογο προγραμματισμό εκ μέρους της κυβέρνησης θα υποστεί τα λιγότερα δυνατά πλήγματα και επιπτώσεις.

Η επιτροπή, αναμένοντας ότι οι παρατεθείσες παρατηρήσεις, σχόλια και οι εισηγήσεις της στην παρούσα έκθεση θα ληφθούν δεόντως υπόψη και ότι θα συμβάλουν εποικοδομητικά στη σωστή ιεράρχηση των στόχων και προτεραιοτήτων της κυβέρνησης και στη συμπλήρωση του κυβερνητικού έργου, κρίνει ότι κύριος γνώμονας των κυβερνητικών αποφάσεων, ενόψει και της προοπτικής ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πρέπει να είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της κυπριακής οικονομίας, η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και η συνεχής προσπάθεια για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Η επιτροπή κρίνει ότι η επίτευξη όλων των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στην κυπριακή οικονομία που θα συμβάλουν μεταξύ άλλων στην επίτευξη των πιο πάνω στόχων, πρέπει να επιχειρηθεί στη βάση πρώτιστα της ανάγκης διατήρησης των κοινωνικών ισορροπιών και της κοινωνικής ειρήνης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού στο στάδιο αυτό αποφάσισε να μην προχωρήσει σε εισηγήσεις για οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις ή περικοπές ειδικών κονδυλίων, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα των μελών της να υποβάλουν σχετικές τροπολογίες στο στάδιο της κατά κεφάλαιο έγκρισης των δαπανών του υπό αναφορά προϋπολογισμού κατά τη συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

Οι τροπολογίες του υπό συζήτηση προϋπολογισμού που στο μεταξύ κατατέθηκαν από την κυβέρνηση αποφασίστηκε να υποβληθούν στην ολομέλεια του σώματος για έγκριση ή απόρριψή τους στο στάδιο της συζήτησης του συνόλου του υπό αναφορά προϋπολογισμού μαζί με οποιεσδήποτε κατατεθείσες στο μεταξύ τροπολογίες βουλευτών* .

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Θέσεις της κυβέρνησης - Ανάλυση από τον Υπουργό Οικονομικών

1. Φιλοσοφία της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής - Στρατηγική

κατεύθυνση και στόχοι του κρατικού προϋπολογισμού του 2002

(Τα στοιχεία προκύπτουν από την εισαγωγική ομιλία του Υπουργού Οικονομικών ενώπιον της ολομέλειας του σώματος στις 4 Οκτωβρίου 2001 και από την κατάθεσή του στην Επιτροπή στις 15 Οκτωβρίου 2001)

Η φιλοσοφία της κυβερνητικής πολιτικής βασίζεται στη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού με γνώμονα την κοινωνική ευημερία και συνοχή. Ο κυριότερος στρατηγικός στόχος της, είναι η ομαλή ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) και ακολούθως στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ)* με την ολοκλήρωση της εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο μέχρι τέλους του 2002 και τη συνεχή προσπάθεια για ικανοποίηση των κριτηρίων σύγκλισης με τους δείκτες της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Οι μεσοπρόθεσμοι μακροοικονομικοί στόχοι συνίστανται σε:

  • διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.
  • βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού.
  • διατήρηση συνθηκών πλήρους απασχόλησης.
  • συγκράτηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα.
  • επίτευξη ισορροπίας στο ισοζύγιο πληρωμών με μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
  • μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και ισοσκελισμό του μέχρι το 2004.

Η κυβερνητική πολιτική αποσκοπεί παράλληλα στην αναβάθμιση της θέσης της Κύπρου ως περιφερειακού επιχειρηματικού κέντρου, με την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από τη γεωγραφική της θέση και από την άρτια κατάρτιση του ανθρώπινού της δυναμικού.

Ο υπό συζήτηση προϋπολογισμός καταρτίστηκε με βάση τη φιλοσοφία και τους στρατηγικούς στόχους που καθορίζονται στο Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης 1999-2003 και στο Προενταξιακό Οικονομικό Πρόγραμμα (Π.Ο.Π.)*.

Με τον κρατικό προϋπολογισμό του 2002 καλύπτεται ο τέταρτος χρόνος του Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης, με βάση δε το ΠΟΠ σε μακροοικονομικό επίπεδο οι προτεραιότητες συνίστανται σε:

  • Διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.
  • Εμπέδωση συνθηκών πλήρους απασχόλησης.
  • Εμπέδωση συνθηκών εσωτερικής και εξωτερικής μακροοικονομικής σταθερότητας, δηλαδή χαμηλού πληθωρισμού και υγιούς ισοζυγίου πληρωμών.
  • Διατήρηση κλίματος συνεργασίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

Οι πιο πάνω προτεραιότητες υλοποιούνται μέσα στα πλαίσια μιας μεσοπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής που αποσκοπεί στην ολοκλήρωση των ελευθεροποιήσεων** και στην αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας με βάση τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Κύπρου.

Μέσα στα πλαίσια ανάπτυξης των επιμέρους οικονομικών τομέων προωθείται:

  • Η εισοδηματική και αναδιαρθρωτική στήριξη του γεωργικού τομέα, έτσι που να υπάρξει έγκαιρη προσαρμογή στους μηχανισμούς της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
  • Η εφαρμογή των διάφορων σχεδίων και προγραμμάτων που προνοούνται μέσα στα πλαίσια της Νέας Βιομηχανικής Πολιτικής*.
  • Ακολουθείται επίσης πολιτική ενδυνάμωσης του τομέα των υπηρεσιών, κυρίως των υφισταμένων, καθώς και της ανάπτυξης νέων, όπως είναι οι υπηρεσίες τριτοβάθμιας υγείας και παιδείας, ενώ προγραμματίζεται η διεξαγωγή ειδικής μελέτης για τον καθορισμό εθνικής στρατηγικής για την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου.

Τέλος, η κυβέρνηση κρίνοντας ότι το κράτος είναι αναποτελεσματικό στο ρόλο του επιχειρηματία, ευνοεί την κατάργηση των μονοπωλίων και τη δημιουργία ανταγωνιστικών συνθηκών όσον αφορά την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες και τις αερομεταφορές.

2. Δημοσιονομική πολιτική - Φορολογική μεταρρύθμιση

(Από την εισαγωγική ομιλία του Υπουργού Οικονομικών ενώπιον της ολομέλειας του σώματος και από την κατάθεσή του ενώπιον της Επιτροπής στις 15 Οκτωβρίου 2001)

α. Δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης

Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών αποτελεί κύριο στόχο της κυβερνητικής πολιτικής και βασίζεται στο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Εξυγίανσης* που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια.

Η εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος είχε ως αποτέλεσμα τη σταθερά καθοδική πορεία του δημοσιονομικού ελλείμματος έτσι που κατά την κυβέρνηση να είναι δυνατή πρόβλεψη για ισοσκελισμό των δημόσιων οικονομικών μέχρι το 2004. Η επιτυχία του προγράμματος, κατά την κυβέρνηση, οφείλεται στη βελτίωση της αποδοτικότητας των φορολογικών υπηρεσιών που αντικατοπτρίζεται στην αύξηση των δημόσιων εσόδων κατά 9% το 2001 και στη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των δημόσιων καταναλωτικών δαπανών.

Τα προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνουν:

  • την προσαρμογή των συντελεστών έμμεσης φορολογίας περιλαμβανομένων και των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) στα ελάχιστα επίπεδα** που προνοούνται με βάση το κοινοτικό κεκτημένο. και
  • τη συγκράτηση του ρυθμού επέκτασης των κυβερνητικών καταναλωτικών δαπανών.

Ο κρατικός προϋπολογισμός του 2002 καταρτίσθηκε με γνώμονα τη λιτότητα και την προσπάθεια συγκράτησης του ρυθμού διεύρυνσης των δημόσιων καταναλωτικών δαπανών.

β. Φορολογική μεταρρύθμιση

Η κυβέρνηση ολοκλήρωσε την κατάρτιση πλαισίου φορολογικής μεταρρύθμισης, την οποία έχει θέσει πάνω σε μηδενική βάση, κατά τρόπο που οι αυξήσεις των κρατικών εσόδων να αντισταθμιστούν με ανάλογες αυξήσεις των κρατικών δαπανών.

Προνοείται αναδιάρθρωση του συστήματος άμεσης φορολογίας για φυσικά και νομικά πρόσωπα ώστε να προκύψει μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών και βελτίωση της αποδοτικότητας του όλου συστήματος με τη λειτουργία ενός απλού και με επαρκή φοροδοτική ικανότητα μηχανισμού.

Οι εισπράξεις από την αναπροσαρμογή των έμμεσων φορολογιών που είναι αναγκαία για την εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο θα επιστραφούν ως φορολογικές ελαφρύνσεις και κοινωνικές παροχές.

Ειδικότερα προνοείται αύξηση του αφορολόγητου ποσού, μείωση των φορολογικών συντελεστών φυσικών προσώπων και του εταιρικού φόρου και κατάργηση αριθμού φορολογικών απαλλαγών.

Απώτερος σκοπός της εν λόγω μεταρρύθμισης είναι η μετατροπή της Κύπρου σε αξιόλογο επιχειρηματικό κέντρο, η εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο και η συμμόρφωση έναντι των αναληφθεισών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας προς τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Ο υπό συζήτηση προϋπολογισμός καταρτίσθηκε χωρίς να συνυπολογιστούν οι επιπτώσεις από τα φορολογικά μέτρα που αναμένεται να εφαρμοστούν κατά τη διάρκεια του 2002 και οι οποιεσδήποτε συνεπακόλουθες αντισταθμιστικές δαπάνες, παρά το γεγονός ότι οι διαβουλεύσεις για τη φορολογική μεταρρύθμιση αναμένεται να ολοκληρωθούν πριν το τέλος του 2001* .

3. Οικονομικές εξελίξεις για το 2001

(Από τα στοιχεία που παρέθεσε ο Υπουργός Οικονομικών στην ομιλία του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος και από τα στοιχεία που εξάγονται από το σημείωμα για τις οικονομικές εξελίξεις το 2001 και τις προοπτικές για το 2002 που κατατέθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών και το Γραφείο Προγραμματισμού)

- Ο ρυθμός ανάπτυξης** της κυπριακής οικονομίας εκτιμάται για το 2001 γύρω στο 4,5% σε πραγματικούς όρους, παρά την επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος και τις δυσμενείς εξελίξεις στο χρηματιστήριο και υπερβαίνει το μέσο ετήσιο στόχο του Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης 1999-2003 που είχε τεθεί στο 4%.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, η ανταγωνιστικότητα της κυπριακής οικονομίας έναντι των χωρών της Ε.Ε. δεν έχει παρουσιάσει βελτίωση το 2001, παρά μόνο έναντι της Μεγάλης Βρετανίας λόγω της διαφοροποίησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ στερλίνας και κυπριακής λίρας.

  • Η εγχώρια ζήτηση παρουσιάζει διεύρυνση κατά 4.5% και αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας.
  • Η ιδιωτική κατανάλωση παρουσιάζει ψηλή διεύρυνση λόγω της αύξησης της απασχόλησης και των απολαβών και την επέκταση των τραπεζικών πιστώσεων στον ιδιωτικό τομέα.

Στη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου διαφαίνεται μερική επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης λόγω των επιπτώσεων από την παρατεταμένη πτώση του χρηματιστηριακού δείκτη τιμών, ενώ οι γνωστές τρομοκρατικές επιθέσεις αναμένεται να έχουν επίσης μερική ανασταλτική επίδραση στην ιδιωτική κατανάλωση.

- Η δημόσια κατανάλωση, εξαιρουμένων των αμυντικών δαπανών, προβλέπεται να συγκρατηθεί γύρω στο 2,5% το 2001 σε σύγκριση με 3,5% το 2000 σε πραγματικούς όρους.

- Οι πάγιες επενδύσεις σημειώνουν διεύρυνση της τάξης του 5,2%, ενώ αύξηση προβλέπεται να σημειώσουν οι επενδύσεις σε κατασκευαστικά έργα και σε μηχανικό και μεταφορικό εξοπλισμό.

Η διεύρυνση της επενδυτικής δραστηριότητας κατά το 2001 αποδίδεται στη βελτίωση της επικερδότητας των επιχειρηματικών μονάδων, στις συνθήκες εντεινόμενου ανταγωνισμού και στη διοχέτευση μέρους των κεφαλαίων που αντλήθηκαν από τις επιχειρηματικές μονάδες μέσω του χρηματιστηρίου προς πάγιες επενδύσεις. Θετικά συμβάλλουν διάφορα σχέδια για τεχνολογική αναβάθμιση, η σταδιακή ελευθεροποίηση των άμεσων επενδύσεων και των επενδύσεων χαρτοφυλακίου από κατοίκους της Ε.Ε. και τρίτων χωρών.

- Η εξωτερική ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες σημειώνει συγκράτηση του ρυθμού διεύρυνσης το 2001 σε σύγκριση με το 2000 λόγω της επιδείνωσης του εξωτερικού περιβάλλοντος, παρά τη συνεχιζόμενη ικανοποιητική πορεία του τουρισμού.

- Ο ρυθμός ανάπτυξης από την πλευρά της προσφοράς στηρίζεται στους τριτογενείς τομείς που παρουσιάζουν διεύρυνση κατά 5,5% περίπου.

- Οι συνθήκες απασχόλησης κατά το 2001 χαρακτηρίζονται ως πλήρεις, παρά τη συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση της οικονομίας και προσαρμογή στις συνθήκες παγκοσμιοποίησης.

- Η ανεργία σημείωσε μείωση το 2001 και έφτασε το 3,2% σε σύγκριση με 3,4% το 2000. Η αύξηση της παραγωγικότητας αναμένεται να διογκωθεί με μέσο ρυθμό ύψους 3%* .

- Ο ρυθμός πληθωρισμού παρουσιάζει αποκλιμάκωση και κυμαίνεται κάτω του 2% το 2001 σε σύγκριση με 4,1% το 2000, συγκλίνοντας έτσι με το σχετικό δείκτη της Συνθήκης του Μάαστριχτ* * .

4. Προοπτικές της οικονομίας για το 2002

(Τα στοιχεία προκύπτουν από την εισαγωγική ομιλία του Υπουργού Οικονομικών στην ολομέλεια του σώματος, από το κατατεθέν σημείωμα για τις οικονομικές εξελίξεις το 2001 και τις προοπτικές για το 2002 του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού και από την κατάθεση του Υπουργού Οικονομικών στην Επιτροπή στις 15 Οκτωβρίου 2001).

Μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, ημερομηνία κατά την οποία διαδραματίστηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΗΠΑ), ο ρυθμός ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας είχε υπολογισθεί γύρω στο 4,5%, με μείωση της ανεργίας στο 3%, με το δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ στο 2,4% και με τον πληθωρισμό γύρω στο 2%.

Η παγκόσμια αβεβαιότητα, σύμφωνα με δήλωση του Υπουργού Οικονομικών στις 15 Οκτωβρίου 2001, αναμένεται να πλήξει και την κυπριακή οικονομία και ιδιαίτερα τους τομείς του τουρισμού και των αερομεταφορών, ενώ πιθανολογείται και επηρεασμός των εξαγωγών. Σε περίπτωση υλοποίησης της πρόβλεψης για ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 4%, αναμένονται επιπτώσεις στην ανεργία. Ο ενδεχόμενος επηρεασμός του στόχου που είχε τεθεί όσον αφορά το ποσοστό του ρυθμού ανάπτυξης, δεν μπορεί να προβλεφθεί, διότι σε περίπτωση ολοκλήρωσης των πολεμικών επιχειρήσεων μέχρι τέλους του 2001, θα υπάρξει περαιτέρω ώθηση στην οικονομία και συνεπώς το 2002 ενδεχομένως να παραμείνει ανεπηρέαστο όσον αφορά τις προβλέψεις. Συναφώς αναφέρθηκε ότι έχει συσταθεί ειδική Επιτροπή στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού για τη μελέτη διάφορων μέτρων και για εξέταση άμεσης ή σε μεταγενέστερο χρόνο λήψης τέτοιων μέτρων.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, αναμένεται ότι επειδή η ύφεση στην παγκόσμια οικονομία εξαιτίας των τρομοκρατικών επιθέσεων άρχισε προς το τέλος του έτους, διάστημα κατά το οποίο ο τουρισμός έχει τη μικρότερη συνεισφορά στα αποτελέσματα ολόκληρου του χρόνου, ο τομέας τελικά δε θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό*. Οι ακυρώσεις κρατήσεων είναι περιορισμένες λόγω του ότι ήταν προπληρωμένες και εφόσον η Κύπρος ως προορισμός δεν περιλαμβάνεται σε επίσημη ταξιδιωτική οδηγία, δεν επιστρέφεται το καταβληθέν αντίτιμο.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, σε περίπτωση επιδείνωσης των δεδομένων για τον τουρισμό λόγω μη επιλογής ή αλλαγής της Κύπρου ως τουριστικού προορισμού, αναμένεται μείωση του τουριστικού ρεύματος για το 2002 κατά 10%, γεγονός που ισοδυναμεί με αριθμό διακοσίων πενήντα έως τριακοσίων χιλιάδων λιγότερων τουριστών*.

Η κατάσταση παρακολουθείται στενά και σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, η επίσημη εξαγγελία της κυβέρνησης αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις για την ανάγκη οικονομικής περισυλλογής και λιτότητας εξακολουθεί να υφίσταται και να απευθύνεται προς όλους. Η δήλωση αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο υπουργό, δεν υποδηλοί ότι το κράτος θα σταματήσει την αναπτυξιακή του πολιτική, αντίθετα δε θα υπάρξει καμιά περικοπή στις αναπτυξιακές δαπάνες.

Από την άλλη το εξωτερικό περιβάλλον της Κύπρου για το 2002 προδιαγράφεται δύσκολο. Με υποθετική μικρή μόνο επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος της Κύπρου και με μη ουσιαστική διαφοροποίηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της κυπριακής λίρας έναντι της στερλίνας, αναμένονται τα ακόλουθα αποτελέσματα για το 2002:

- Διατήρηση συνθηκών πλήρους απασχόλησης με ποσοστό ανεργίας γύρω στο 3% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

- Επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης γύρω στο 4%.

- Ρυθμός πληθωρισμού γύρω στο 2%, εξαιρουμένων των επιπτώσεων από ενδεχόμενη αύξηση των συντελεστών της έμμεσης φορολογίας

- Μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 2,4% επί του ΑΕΠ από 2,6% επί του ΑΕΠ για το 2001.

5. Δημοσιονομικές εξελίξεις για το 2001 - Προοπτικές για το 2002

(Τα στοιχεία εξάγονται από τον κατάλογο πινάκων που συνοδεύει τον προϋπολογισμό του 2002 και από το σημείωμα για τις οικονομικές εξελίξεις το 2001 και τις προοπτικές για το 2002 του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού)

  • Το δημοσιονομικό έλλειμμα το 2001 παρουσιάζει μείωση που προσεγγίζει το 2,6% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με 2,7% το 2000 και 5,5% που είχε ανέλθει το 1998 πριν την έναρξη της εφαρμογής του Προγράμματος Δημοσιονομικής Εξυγίανσης, συγκλίνοντας με το σχετικό κριτήριο της Συνθήκης του Μάαστριχτ*. Η χρηματοδότησή του προέρχεται κυρίως από εγχώριες πηγές.

Για το 2002 το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να σημειώσει περαιτέρω μείωση και να προσεγγίσει το 2,4% του ΑΕΠ, εφόσον στο μεταξύ δεν επηρεαστεί από μέτρα που ενδεχόμενα κριθεί αναγκαίο να ληφθούν ενόψει των νέων δεδομένων και της ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία.

  • Οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται με ρυθμό της τάξης του 8.5% και θα ανέλθουν στα £2.187 εκατομ. το 2001 σε σύγκριση με £2.016 εκατομ. το 2000. Η αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης των δημόσιων δαπανών το 2001 έναντι του 2000 οφείλεται στην επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των μισθών και ημερομισθίων, των επιχορηγήσεων, της καταβολής τόκων και των μεταβιβαστικών πληρωμών.
  • Τα δημόσια έσοδα από άμεσους φόρους υπολογίζονται το 2001 στα £610 εκατομ. σε σύγκριση με £558 εκατομ. το 2000, ενώ τα έσοδα από έμμεσους φόρους υπολογίζονται σε £746 εκατομ. το 2001 σε σύγκριση με £654 εκατομ. το 2000.
  • Το δημόσιο χρέος (εξαιρουμένου του ενδοκυβερνητικού) είναι για το 2001 στο 59,1% επί του ΑΕΠ.

Για το 2002 προβλέπεται στο 59,6% επί του ΑΕΠ, ικανοποιώντας το κριτήριο δημοσιονομικής σύγκλισης της Συνθήκης του Μάαστριχτ που ορίζεται σε 60%.

Το ποσοστό εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους είναι 7,7%.

(Οι κυριότεροι δημοσιονομικοί δείκτες και οι προβλέψεις για το 2002 καθώς και συγκριτικά στοιχεία με το 2001 και με προηγούμενα έτη, παρατίθενται αναλυτικά στο Δεύτερο και Τρίτο Παράρτημα του Δευτέρου Μέρους της παρούσας έκθεσης).

6. Άλλα παρεμφερή θέματα

α. Νομισματικές εξελίξεις κατά το 2001

(Τα στοιχεία για τις υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) εξάγονται από το σημείωμα για τις οικονομικές εξελίξεις το 2001 και τις προοπτικές για το 2002 του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού)

Η σημαντικότερη εξέλιξη αφορά την ελευθεροποίηση των επιτοκίων από την 1η Ιανουαρίου 2001. Κατά τη διάρκεια του 2001 επικράτησαν συνθήκες άνετης χρηματοδότησης της παραγωγικής δραστηριότητας με παράλληλη ελευθεροποίηση του μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου δανεισμού σε ξένο νόμισμα και με άσκηση της νομισματικής πολιτικής μέσω της διαφοροποίησης των βασικών επιτοκίων της Κεντρικής Τράπεζας* .

Περαιτέρω παρατηρήθηκε στροφή προς δανεισμό σε ξένο νόμισμα, κατά κύριο λόγο σε ευρώ, που κατά την κυβέρνηση υπονόμευσε την επίτευξη των στόχων της νομισματικής πολιτικής και οδήγησε σε διόγκωση του εξωτερικού χρέους της Κύπρου.

Προς περιορισμό αυτού του είδους δανεισμού, η Κεντρική Τράπεζα στις 10 Αυγούστου 2001 προέβη σε μείωση των βασικών επιτοκίων της κατά μισή ποσοστιαία μονάδα. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2001 προέβη σε περαιτέρω μείωσή τους κατά άλλη μισή ποσοστιαία μονάδα για την αντιμετώπιση των ενδεχομένων επιπτώσεων από την επικράτηση συνθηκών ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία ύστερα από τα συμβάντα στις ΗΠΑ.

β. Kεφαλαιαγορά - Εξελίξεις το 2001

Η κεφαλαιαγορά συνέχισε να παρουσιάζει προβλήματα. Η κυβέρνηση για λόγους αρχής δεν ευνοεί την άμεση παρέμβαση στο χρηματιστήριο, εμμένει όμως στη σύσταση του γνωστού Σταθεροποιητικού Ταμείου ως έκτακτου και μεταβατικού χαρακτήρα μέτρου προς επανάκτηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο θεσμό.

Προωθείται περαιτέρω η υλοποίηση των εισηγήσεων του μετακληθέντος εμπειρογνώμονα* για χρηματιστηριακά θέματα μέσω νομοσχεδίων και κανονισμών. Στο πλαίσιο της προωθούμενης φορολογικής μεταρρύθμισης περιλαμβάνονται επίσης και κάποια μέτρα που δίδουν κίνητρα στον τομέα της κεφαλαιαγοράς.

Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η παρατεταμένη πτωτική τάση του χρηματιστηριακού δείκτη είχε περιορισμένες επιπτώσεις στην εξέλιξη του ρυθμού ανάπτυξης, προβλέπονται όμως επιπτώσεις στην ιδιωτική κατανάλωση και κατ’ επέκταση στο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του 2001 και το 2002.

γ. Ισοζύγιο πληρωμών

Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών του ισοζυγίου πληρωμών σημειώνει μικρή βελτίωση, αφού το έλλειμμά του ως ποσοστό επί του ΑΕΠ εκτιμάται στο 4,7% το 2001 σε σύγκριση με 5,2% το 2000.

Τα συναλλαγματικά αποθέματα για το 2001 κυμαίνονται γύρω στα £5.000 δισεκατομ. σε σύγκριση με £4.001 δισεκατομ. το 2000, καλύπτουν δε τις εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών είκοσι περίπου μηνών.

δ. Πορεία εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο - Δαπάνες εναρμόνισης για το 2002

(Από την ομιλία του Υπουργού Οικονομικών ενώπιον της ολομέλειας του σώματος στις 4 Οκτωβρίου 2001 και από άλλα στοιχεία που βρίσκονται κατατεθειμένα ενώπιον της Επιτροπής με την ευκαιρία της συζήτησης άλλων σχετικών θεμάτων).

Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν εντατικά εντός του 2001. Μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου 2001 είχαν κλείσει είκοσι τρία από τα είκοσι εννέα συνολικά κεφάλαια. Αναμένεται ότι κατά τη διάρκεια του 2002 η διαπραγματευτική διαδικασία θα ολοκληρωθεί και όσον αφορά τα υπόλοιπα κεφάλαια* .

- Έχει τεθεί σε εφαρμογή η νομοθεσία για τις δημόσιες ενισχύσεις με βάση το κοινοτικό κεκτημένο. Με την εφαρμογή της θα ισχύσει ένα ορθολογικό πλαίσιο παροχής τέτοιων ενισχύσεων κατά τρόπο που να μην προκαλούνται στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Ενισχύσεις επιτρέπονται μόνο στους τομείς όπου παρουσιάζονται δυσλειτουργίες της οικονομίας της αγοράς ή εξυπηρετούν στόχους κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, όπως είναι η ενίσχυση υποβαθμισμένων περιοχών, η προώθηση νέων τεχνολογιών, αλλά και για περιβαλλοντικούς σκοπούς.

- Οι δαπάνες εναρμόνισης ανέρχονται για το 2002 σε £49 εκατομ., μέρος δε ή και εξ ολοκλήρου θα ανακτηθεί από πηγές της Ε.Ε.

Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με στοιχεία που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού του 2001, το ολικό κόστος εναρμόνισης είχε προϋπολογισθεί το 1999 στα £550 εκατομ. περίπου και κάλυπτε την προενταξιακή περίοδο 1999-2000. Με μεταγενέστερο υπολογισμό μειώθηκε στα £380 εκατομ., αφαιρουμένων των δαπανών για το έτος 1999 και διάφορων άλλων κονδυλίων που προορίζονται για προγράμματα για τα οποία είχε ζητηθεί μεταβατική περίοδος προσαρμογής από την Ε.Ε., η οποία και έγινε αποδεκτή με αποτέλεσμα η υλοποίησή τους να έχει μετατεθεί μετενταξιακά.

Αναφορικά με τη χρηματοδότηση της Κύπρου από την Ε.Ε., με βάση τα στοιχεία που κατατέθηκαν πέρυσι, η Κύπρος επωφελείται από το νέο χρηματοδοτικό κανονισμό που διαδέχθηκε τα διάφορα χρηματοδοτικά πρωτόκολλα. Με βάση τον κανονισμό αυτό θα διατεθεί για την Κύπρο και τη Μάλτα για την περίοδο 2000-2004 συνολικό ποσό ύψους £95 εκατομ. ευρώ, εκ των οποίων η Κύπρος θα επωφεληθεί των £57 εκατομ. ευρώ (Για το 2000 θα διατίθεντο £9 εκατομ. ευρώ και £12 εκατομ. ευρώ για καθένα από τα υπόλοιπα τέσσερα έτη.)

(Αναλυτικές λεπτομέρειες και συγκριτικοί πίνακες των πιο πάνω δαπανών, καθώς και το συνολικό κόστος εγκεκριμένων προτάσεων για δαπάνες εναρμόνισης περιλαμβάνονται στο Δεύτερο και Τρίτο Παράρτημα του Δευτέρου Μέρους της παρούσας έκθεσης).

ε. Ανεργία - Αγορά εργασίας - Μισθοί - Μέθοδοι υπολογισμού ανεργίας

(Από την κατάθεση του Υπουργού Οικονομικών στην Επιτροπή στις 15 Οκτωβρίου 2001 και από το σημείωμα για τις οικονομικές εξελίξεις το 2001 και τις προοπτικές για το 2002 του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού).

Στην αγορά εργασίας επικρατούν συνθήκες πλήρους απασχόλησης, παρά τη συνεχιζόμενη αναγκαία αναδιάρθρωση που οφείλεται στην ανάγκη προσαρμογής στις συνθήκες παγκοσμιοποίησης και παρά την παρουσία σημαντικού ποσοστού ξένων εργατών.

Το 2001* σημειώθηκε σημαντική μείωση του ποσοστού ανεργίας, με το μέσο όρο των ανέργων τους πρώτους επτά μήνες να ανέρχεται σε 9.455 άτομα ή σε ποσοστό 3% του οικονομικού ενεργού πληθυσμού, έναντι 11.593 ατόμων ή ποσοστού 3,7% αντίστοιχα για την ίδια περίοδο του 2000.

Η ανεργία μειώθηκε σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Για ολόκληρο το 2001 το ποσοστό ανεργίας υπολογίζεται στο 3,2% σε σχέση με 3,4% το 2000.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με επιστολή του ημερομηνίας 7 Δεκεμβρίου 2001, οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο πρόβλημα ανεργίας από τους άνδρες. Η ανεργία των γυναικών συγκεντρώνεται στους τομείς του εμπορίου/ξενοδοχείων, των υπηρεσιών και της μεταποίησης. Οι περισσότερες άνεργες γυναίκες συγκεντρώνονται στην κατηγορία των ανειδίκευτων εργατών, γραφέων/δακτυλογράφων και των υπαλλήλων υπηρεσιών.

Όσον αφορά το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού (ρυθμός αύξησης σε σταθερές τιμές ανά επικερδώς απασχολούμενο άτομο), αναμένεται διεύρυνσή του κατά 3%, γεγονός που αποδίδεται στην αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα των τελευταίων ετών σε συνάρτηση με την αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας.

(Σημείωμα για τη μέθοδο υπολογισμού της παραγωγικότητας της χώρας (σε επίπεδο ΑΕΠ) περιλαμβάνεται στο Τρίτο Παράρτημα του Δευτέρου Μέρους της παρούσας έκθεσης).

Οι μισθολογικές αυξήσεις εκτιμώνται γύρω στο 5% σε ονομαστικούς όρους το 2001 σε σύγκριση με 7% το 2000, γεγονός που αποδίδεται στη συγκράτηση του ρυθμού πληθωρισμού κατά το 2001 με επακόλουθη συγκράτηση του ποσοστού αύξησης της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Σε πραγματικούς όρους η αύξηση εκτιμάται γύρω στο 3% όσο και η αύξηση της παραγωγικότητας.

Για σκοπούς υπολογισμού της ανεργίας με βάση τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών στις 29 Οκτωβρίου 2001, είναι δυνατό να εφαρμοστούν οι ακόλουθες δύο μέθοδοι:

Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη μέθοδος καταγραφής ανέργων που διενεργείται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με βάση στατιστικά στοιχεία.

Η μέθοδος της έρευνας που έχει υιοθετηθεί από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat).

Στην Κύπρο διενεργήθηκε έρευνα εργατικού δυναμικού κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2000 σε δείγμα 3.500 νοικοκυριών κατανεμημένων στις αστικές και αγροτικές περιοχές κάθε επαρχίας. Η ίδια έρευνα διενεργήθηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2001, ενώ από το 2003 προγραμματίζεται για όλα τα τρίμηνα του έτους. Τα πρώτα αποτελέσματα της έρευνας για το 2001 αναμένονται περί τα μέσα Νοεμβρίου 2001. Θα ακολουθήσει σχετική ανάλυση ώστε να αξιολογηθεί η συνέπεια της μεθόδου και η συγκρισιμότητα των στοιχείων με τα αντίστοιχα της έρευνας του 2000.

Στην Κύπρο παραδοσιακά τα στοιχεία για την ανεργία προκύπτουν μέχρι τώρα από τον αριθμό ανέργων που εγγράφονται στα κατά τόπους επαρχιακά γραφεία εργασίας.

Προκαταρκτική σύγκριση των στοιχείων της έρευνας εργατικού δυναμικού (2000) με τους εγγεγραμμένους ανέργους, κατέδειξε ότι αρκετά πρόσωπα πληρούν τα κριτήρια του ανέργου* αλλά δεν εγγράφονται στα επαρχιακά γραφεία εργασίας, ενώ υπάρχουν και πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα ως άνεργοι αλλά δεν ικανοποιούν το σύνολο των σχετικών κριτηρίων.

Η πλειοψηφία στην ομάδα των μη εγγεγραμμένων ανέργων είναι γυναίκες που ενδιαφέρονται για μερική απασχόληση, μερικοί αλλοδαποί και αριθμός προσώπων που επιδιώκουν να εργαστούν ως αυτοεργοδοτούμενοι.

Το 2002 ο τομέας της απασχόλησης θα επηρεαστεί αρνητικά λαμβανομένου υπόψη του προβλεπόμενου ρυθμού ανάπτυξης στο 4% και της διεθνούς αβεβαιότητας εξ αιτίας των τρομοκρατικών επιθέσεων.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στο υπολογιζόμενο ποσοστό ανεργίας δεν μπορούν να συνυπολογιστούν όσοι αναζητούν εργασία στη βάση της μερικής απασχόλησης διότι οι συνθήκες στην Κύπρο καθιστούν δύσκολη την εργοδότηση αυτή εν αντιθέσει με τις χώρες της Ε.Ε.

Συναφώς ο ίδιος υπουργός δήλωσε ότι συνεχίζεται η περιοριστική πολιτική στην παραχώρηση αδειών σε ξένους εργάτες και γίνονται προσπάθειες για πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της παράνομης απασχόλησης.

7. Έσοδα και δαπάνες κρατικού προϋπολογισμού του 2002 - Βαθμός υλοποίησης αναπτυξιακών έργων και μέθοδοι χρηματοδότησης - Μορφή του προϋπολογισμού του 2002 - Νέες θέσεις στη δημόσια υπηρεσία - Παραγωγικότητα

(Τα στοιχεία που αφορούν τις υποπαραγράφους (α), (β), (γ), (δ) και (ε) προκύπτουν από τον κατάλογο πινάκων που συνοδεύει τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό, την κατάθεση του Υπουργού Οικονομικών στην Επιτροπή στις 15 Οκτωβρίου 2001 και άλλα συμπληρωματικά στοιχεία που κατατέθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2001.)

α. Έσοδα και δαπάνες προϋπολογισμού 2002

Ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2002 προβλέπει καθαρές δαπάνες ύψους £2.335,4 εκατομ. και καθαρά έσοδα £1.736,2 εκατομ., με ταμειακό έλλειμμα ύψους £599,2 εκατομ.

β. Αναπτυξιακές δαπάνες - Βαθμός υλοποίησης αναπτυξιακών έργων - Μέθοδοι χρηματοδότησης

Οι αναπτυξιακές δαπάνες για το 2002 ανέρχονται σε £347,6 εκατομ. σε σύγκριση με αναθεωρημένες δαπάνες ύψους £234,6 εκατομ. για το 2001.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε ο Υπουργός Οικονομικών στις 15 Οκτωβρίου 2001, το ποσοστό υλοποίησης των αναπτυξιακών δαπανών για το 2001 με βάση τα μέχρι της τότε στιγμής αποτελέσματα του Σεπτεμβρίου 2001 όσον αφορά τις πραγματικές δαπάνες, κατεδείκνυαν υλοποίηση των προϋπολογισμών για το 2001 πέραν του 70% σε σύγκριση με τον τελικό βαθμό υλοποίησης για το 2000, που ήταν 69,1%* .

Όσον αφορά το ζήτημα του βαθμού υλοποίησης, σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, το πρόβλημα που παρουσιάζεται με την εκάστοτε συμπερίληψη στους ετήσιους προϋπολογισμούς έργων των οποίων η κατασκευή δεν αρχίζει εντός του ιδίου έτους, έγκειται στο ότι αν δεν περιληφθεί από την αρχή ειδική πρόνοια στον ετήσιο προϋπολογισμό, ακολούθως δεν είναι δυνατό να προκηρυχθούν οι σχετικές προσφορές.

Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε επιλογή αναπτυξιακών έργων, των οποίων η κατασκευή θα γίνει με τη μέθοδο της αυτοχρηματοδότησης (PFI)* * . Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου αυτής συνίστανται στο ότι το κράτος μπορεί να προχωρήσει σε υλοποίηση έργων γρηγορότερα και με χαμηλότερη επιβάρυνση στα δημόσια οικονομικά. Ταυτόχρονα ο δημόσιος τομέας παραμένει ο φορέας προώθησης των έργων και εξασκεί έλεγχο για διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.

Ο ιδιωτικός τομέας αναλαμβάνει τη σχεδίαση χρηματοδότησης, κατασκευής και συντήρησης των έργων και ορισμένες φορές τη λειτουργία και την προσφορά δημόσιων υπηρεσιών, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ορίζεται ο ιδιώτης ως ανάδοχος των αποφάσεων για βασικά θέματα πολιτικής π.χ. στην περίπτωση των σχολείων. Από την άλλη κατανέμονται οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στο φορέα που μπορεί να τους αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά, με τις ανάλογες πρόνοιες στα συμβόλαια.

Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει την εισαγωγή οργανωτικού πλαισίου προώθησης της εφαρμογής σύγχρονων μεθόδων συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την υλοποίηση και χρηματοδότηση αναπτυξιακών έργων* . Για το σκοπό αυτό έχει συσταθεί Υπουργική Επιτροπή και Κεντρική Υπηρεσιακή Επιτροπή, ενώ έχει επίσης ανατεθεί σε αλλοδαπό συμβουλευτικό οίκο η ετοιμασία μελέτης για την αξιολόγηση έντεκα έργων* * του δημόσιου τομέα και για την υποβολή εισηγήσεων ως προς τη δυνατότητα υλοποίησής τους με τη μέθοδο αυτή.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει τη μεγαλύτερη ανάμειξη του ιδιωτικού τομέα στην ανάπτυξη έργων υποδομής. Για το σκοπό αυτό η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων δανειοδοτεί έργα που αναλαμβάνει ο ιδιωτικός τομέας σε διάφορους τομείς, όπως οι μεταφορές, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, υγεία και παιδεία.

(Στοιχεία και ανάλυση των δαπανών και των εσόδων που προϋπολογίζονται για το έτος 2002, καθώς και αναλυτική συγκριτική κατάσταση με το έτος 2001 περιλαμβάνονται στο Δεύτερο Παράρτημα του Δευτέρου Μέρους της παρούσας έκθεσης).

γ. Μορφή του κρατικού προϋπολογισμού του 2002

Σύμφωνα με τα κατατεθέντα στοιχεία, ο υπό συζήτηση προϋπολογισμός καταρτίσθηκε σε ενοποιημένη μορφή, ταξινόμηση και κωδικοποίηση, όπως έχει διαμορφωθεί ύστερα από την ενοποίηση των προϋπολογισμών των δύο προηγούμενων ετών, αλλά θα είναι ο τελευταίος που υποβάλλεται υπό τη δεδομένη μορφή.

Ο κρατικός προϋπολογισμός του 2003 θα υποβληθεί με σημαντικές τροποποιήσεις και διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο κατάρτισης και υποβολής του προς το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά και όσον αφορά την τελική μορφή με την οποία θα κατατίθεται και τελικά θα εγκρίνεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι τροποποιήσεις αυτές οφείλονται στην εισαγωγή του μηχανογραφημένου συστήματος του Γενικού Λογιστηρίου.

δ. Νέες θέσεις στη δημόσια υπηρεσία

Στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό δε γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια για τη δημιουργία αριθμού νέων θέσεων, εκτός από δύο μόνο θέσεις στο Υπουργείο Οικονομικών*, προνοείται δε η κατάργηση αριθμού εβδομήντα τριών θέσεων σε διάφορα τμήματα και υπηρεσίες.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών βρίσκεται υπό εξέλιξη η προώθηση μελετών οργάνωσης, στελέχωσης και αναδιάρθρωσης θέσεων και άλλων αιτημάτων για ρυθμίσεις που αφορούν προσωπικό, αποκλειστικά με βάση δεσμεύσεις της Κύπρου που πηγάζουν από την εναρμονισιακή προσπάθεια και την ικανότητά της για αποτελεσματική εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής και νομοθεσίας. Για το λόγο αυτό βρίσκεται σε τελικό στάδιο η κατάρτιση και υποβολή συμπληρωματικού προϋπολογισμού του 2001** που προνοεί για αριθμό τετρακόσιων πενήντα περίπου θέσεων*** στη δημόσια υπηρεσία, οι οποίες κρίνονται αναγκαίες με βάση τις δεσμεύσεις της Κύπρου για εναρμόνιση με το κοινοτικό κεκτημένο.

(Συνοπτική κατάσταση κατάργησης/ίδρυσης θέσεων για το 2002 περιλαμβάνεται στο Τρίτο Παράρτημα του Δευτέρου Μέρους της παρούσας έκθεσης).

ε. Παραγωγικότητα δημόσιας υπηρεσίας

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών λήφθηκε απόφαση για μετάκληση εμπειρογνωμόνων με σκοπό τη διενέργεια αξιολόγησης που να καλύπτει το σχεδιασμό και εφαρμογή συστήματος αξιολόγησης προσωπικού στη δημόσια υπηρεσία και έχει περιληφθεί στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό κονδύλι ύψους £200.000 για δικαιώματα εμπειρογνωμόνων όσον αφορά τη διενέργεια της εν λόγω μελέτης.

Η ληφθείσα απόφαση αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο Υπουργό, την απαρχή της επίλυσης του προβλήματος της μειωμένης παραγωγικότητας στη δημόσια υπηρεσία.

Να σημειωθεί συναφώς ότι σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών, στο Υπουργείο Εσωτερικών που είναι το κατ’ εξοχήν υπουργείο εξυπηρέτησης του κοινού, έχει καθιερωθεί για όλα τα τμήματα και υπηρεσίες που προσφέρουν εξυπηρέτηση στους πολίτες ο Χάρτης Δικαιωμάτων του Πολίτη. Σε όλα τα τμήματα έχουν επίσης απλουστευθεί οι διαδικασίες με έμφαση στα Τμήματα Πολεοδομίας και Οικήσεως, Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αρχείου Πληθυσμού, Αλλοδαπών και Εκλογών και Υπηρεσίας Εγγραφής, με αποτέλεσμα σημαντικές υπηρεσίες για τις οποίες ο πολίτης χρειαζόταν να μεταβεί στην πρωτεύουσα, να προσφέρονται τώρα σε όλες τις επαρχίες.

στ. Κρατικό μισθολόγιο

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών με βάση απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, οι διαπραγματεύσεις για το ενιαίο κρατικό μισθολόγιο με κύριο στόχο τη μείωση του κόστους του, συνεχίζονται μεταξύ κυβέρνησης και ΠΑΣΥΔΥ. Όσον αφορά τη συζήτηση με τις εκπαιδευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι διαβουλεύσεις δεν έχουν προχωρήσει στον επιθυμητό βαθμό και δεν υπάρχει ακόμη συγκεκριμένο αποτέλεσμα είτε με συμφωνία είτε με κατάληξη σε αδιέξοδο* .

ζ. Οικονομική αυτονομία νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας

Το θέμα αυτό απασχόλησε και πάλι αυτεπάγγελτα την Επιτροπή μέσα στα πλαίσια της συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού. Όπως και κατά την περυσινή συζήτηση, η προσέγγιση της κυβέρνησης χωρίς το όλο θέμα να έχει συζητηθεί σφαιρικά και εις βάθος, δε διαγράφεται καθόλου ξεκάθαρη.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών η σκοπιά που αντικρίζεται προς το παρόν το όλο ζήτημα από το υπουργείο του, είναι ότι οι εκάστοτε ανάγκες των δύο εξουσιών ικανοποιούνται χωρίς προσκόμματα και ότι το γενικότερο ζήτημα της αυτονομίας των δύο εξουσιών πρέπει να εξεταστεί και να επιλυθεί πρώτα ως προς τη συνταγματική του πτυχή.

8. Οικονομικοί τομείς - Πορεία κατά το 2001

(Τα στοιχεία προκύπτουν από την ομιλία του Υπουργού Οικονομικών ενώπιον της ολομέλειας του σώματος στις 4 Οκτωβρίου 2001, από το σημείωμα για τις οικονομικές εξελίξεις το 2001 και τις προοπτικές για το 2002 του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού, καθώς και από τις συζητήσεις που διεξήχθηκαν ενώπιον της Επιτροπής για τους επιμέρους τομείς της κυπριακής οικονομίας στην παρουσία των καθ΄ ύλην αρμόδιων υπουργών).

α. Πρωτογενείς τομείς

Ο όγκος παραγωγής των πρωτογενών τομέων το 2001 παρουσιάζει ανάκαμψη σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 7% σε πραγματικούς όρους, ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης του όγκου της γεωργικής παραγωγής ύστερα από την κάθετη συρρίκνωσή του το 2000.

  • Γεωργία - Κτηνοτροφία

- Η γεωργική παραγωγή αυξήθηκε κατά 17,4% το πρώτο εξάμηνο του 2001, έναντι μείωσης 18,9% το αντίστοιχο εξάμηνο του 2000. Η φυτική παραγωγή παρουσίασε αύξηση της τάξης του 33,3% και οφείλεται στις ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες που συνέβαλαν στη διεύρυνση του όγκου της παραγωγής φρούτων και λαχανικών, ιδιαίτερα πατατών.

- Ο όγκος της παραγωγής του υποτομέα της κτηνοτροφίας παρέμεινε το πρώτο εξάμηνο του 2001 περίπου στα ίδια επίπεδα του 2001.

Για ολόκληρο το 2001, η παραγωγή στον τομέα της γεωργίας προβλέπεται να παρουσιάσει διεύρυνση της τάξης του 7,5% σε πραγματικούς όρους, σε σύγκριση με μείωση 10% το 2001.

(Πίνακας με το ποσοστό συνεισφοράς του γεωργικού τομέα στο ΑΕΠ και με το ποσοστό απασχόλησης στη γεωργία στις χώρες μέλη της Ε.Ε. και στις υποψήφιες για ένταξη στην Ε.Ε. χώρες περιλαμβάνεται στο Τρίτο Παράρτημα του Δευτέρου Μέρους της παρούσας έκθεσης).

Τα στοιχεία που κατέθεσε στην Επιτροπή ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος στις 17 Οκτωβρίου 2001 αναφορικά με τον τομέα της γεωργίας έχουν ως ακολούθως:

- Η συμβολή της γεωργίας στο ΑΕΠ είναι μειωμένη και είναι της τάξης του 4%, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι κάτω από 2%. Η μείωση αυτή προκύπτει σε συσχετισμό με τη ραγδαία ανάπτυξη άλλων τομέων, όπως είναι οι υπηρεσίες και ο τουρισμός.

- Το ποσοστό απασχόλησης στον τομέα της γεωργίας είναι 9% σε σύγκριση με το μέσο όρο στην Ε.Ε. που είναι το 4% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

- Έχει περιληφθεί στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό κονδύλι ύψους £15 εκατομ. που καλύπτει ένα ευρύ πρόγραμμα τόνωσης του τομέα. Στο πρόγραμμα αυτό περιλαμβάνεται σχέδιο για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των γεωργοκτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, το ενοποιημένο σχέδιο για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, το σχέδιο αναδιάρθρωσης γεωργικών καλλιεργειών κ.ά. Σύντομα θα τεθεί σε εφαρμογή σύστημα εκταρικών επιδοτήσεων στα σιτηρά. Ο τομέας των σιτηρών το 2001 έτυχε επιχορηγήσεων ύψους £68,5 εκατομ.

  • Μεταλλεία - Λατομεία

Ο τομέας σημειώνει ικανοποιητική ανάπτυξη επωφελούμενος από την ανάκαμψη των κατασκευών.

β. Δευτερογενείς τομείς

  • Μεταποίηση

Ο τομέας παρουσίασε πτώση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2001, η οποία διαγράφεται μέσα από τη μείωση της τάξης του 3,7% του δείκτη όγκου παραγωγής. Η μείωση της παραγωγής του είναι της τάξης του 2% για ολόκληρο το 2001 σε σύγκριση με διεύρυνση της τάξης του 3,4% το 2000 και οφείλεται στα διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραδοσιακοί κλάδοι της ένδυσης και υπόδησης και στη μείωση της εξωτερικής ζήτησης για ορισμένα προϊόντα του τομέα, όπως τα τσιγάρα και το τσιμέντο. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη διαφοροποίηση της πολιτικής των πολυεθνικών εταιρειών παραγωγής τσιγάρων και της σημαντικής αύξησης της εγχώριας ζήτησης τσιμέντου που περιόρισε τον όγκο της εξαγωγής τσιμέντου λόγω της δεδομένης παραγωγικής δυναμικότητας των αντίστοιχων βιομηχανιών.

Υποτομείς που παρουσιάζουν επέκταση οικονομικής δραστηριότητας είναι ο τομέας των ειδών χάρτου και της κατασκευής μη μεταλλικών ορυκτών που αποδίδεται στην ανάπτυξη του κλάδου εκδόσεων περιοδικών και εφημερίδων και της ανάκαμψης που παρουσιάζει ο τομέας των κατασκευών. Ο υποτομέας επίσης της παραγωγής χημικών προϊόντων συνέχισε τη θετική του επίδοση εξαιτίας της αυξημένης εξωτερικής διείσδυσης φαρμακευτικών προϊόντων σε εξωτερικές αγορές.

  • Κατασκευές

Παρουσιάζεται σταδιακή ανάκαμψη του τομέα που αποδίδεται μεταξύ άλλων στη διεύρυνση της κατασκευαστικής δραστηριότητας σε τουριστικά καταλύματα και η διεύρυνσή του είναι της τάξης του 2,5% σε πραγματικούς όρους το 2001, σε σύγκριση με μείωση κατά 2,2% το 2000.

Η ανάκαμψη αναμένεται να συνεχιστεί, όπως φαίνεται από την αύξηση των υπό ανέγερση τουριστικών κλινών που από εξακόσιες εξήντα πέντε το πρώτο τρίμηνο του 2000, ανήλθαν σε τέσσερις χιλιάδες εννιακόσιες σαράντα τέσσερις το αντίστοιχο τρίμηνο του 2001, καθώς επίσης και λόγω των προγραμματισμένων αυξημένων επενδύσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

  • Ηλεκτρισμός, νερό, υγραέριο

Ο τομέας σημειώνει επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης έναντι προηγούμενων ετών, λόγω της μειωμένης κατανάλωσης ηλεκτρισμού από τα νοικοκυριά. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στις συνεχείς αυξήσεις της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος και στις ήπιες καιρικές συνθήκες των πρώτων μηνών του 2001.

Καταθέτοντας ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ενώπιον της Επιτροπής στις 17 Οκτωβρίου 2001 σχετικά με την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης, δήλωσε ότι βασική της επιδίωξη είναι η επάρκεια ενέργειας με το χαμηλότερο δυνατό κόστος.

Μέσα στα πλαίσια αυτά προωθείται η μεταφορά και χρήση φυσικού αερίου* , η ανάπτυξη τεχνολογικής εκμετάλλευσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας**, αφού σύμφωνα με το κοινοτικό κεκτημένο μέχρι το 2010 το 12% της ενέργειας πρέπει να καλύπτεται από τέτοιες πηγές, η διαμόρφωση κατάλληλης τιμολογιακής πολιτικής και η εξυγίανση του ενεργειακού ισοζυγίου. Συναφώς ο αρμόδιος υπουργός δήλωσε ότι με βάση προκαταρκτική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου προωθείται η σύσταση Διεύθυνσης Ενέργειας.

γ. Τριτογενείς τομείς

Οι τομείς των υπηρεσιών σημειώνουν ικανοποιητικό ρυθμό ανάπτυξης το 2001 που κυμαίνεται γύρω στο 5,5% και συνεχίζουν να αποτελούν τον κύριο μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας. Η συνεισφορά των τριτογενών τομέων στο ΑΕΠ προσεγγίζει το 76,6% το 2001 σε σύγκριση με 76% το 2000 και 74,9% το 1999.

  • Ξενοδοχεία και εστιατόρια

Ο υποτομέας των ξενοδοχείων και άλλων τουριστικών καταλυμάτων παρουσίασε αύξηση δραστηριοτήτων κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2001, όπως διαφαίνεται από την αύξηση της τουριστικής κίνησης προς την Κύπρο κατά 4,6%, ενώ σημειώθηκε επίσης αύξηση της ημερήσιας κατά κεφαλή δαπάνης κατά 6,5% την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2001.

Η εικόνα αυτή ενδεχόμενα να διαφοροποιηθεί λόγω των τρομοκρατικών επιθέσεων. Χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ενδεχόμενες επιπτώσεις, ο τομέας των ξενοδοχείων και των εστιατορίων εκτιμάται ότι σημειώνει αύξηση κατά 6% σε πραγματικούς όρους το 2001, έναντι διεύρυνσης κατά 11% το 2000.

Όσον αφορά τον τομέα του τουρισμού, σύμφωνα με τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, η τουριστική πολιτική στοχεύει στην επανατοποθέτηση του τομέα πάνω σε νέα βάση και στη χάραξη ξεκάθαρης πολιτικής που να διασφαλίζει την αειφόρο ανάπτυξή του. Για το σκοπό αυτό έχει εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 17 Ιανουαρίου 2001 το «Στρατηγικό Σχέδιο για τον Τουρισμό» με χρονικό ορίζοντα το 2010. Προωθείται επίσης ο καλούμενος «Δωδεκάλογος του Τουρισμού».

Η συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ κυμαίνεται μεταξύ 21% και 22%. Τα εισοδήματα από τον τουρισμό ήταν £1,2 δισεκατομ. το 2001, ενώ οι αφίξεις τουριστών προσέγγισαν τα 2,7 εκατομμύρια.

  • Εμπόριο

Ο τομέας συνέχισε την πορεία ικανοποιητικής διεύρυνσής του κατά το πρώτο εξάμηνο του 2001, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης επέκτασης της ιδιωτικής καταναλωτικής ζήτησης για αγαθά.

Ο υποτομέας του χονδρικού εμπορίου σημείωσε αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, η οποία διαφαίνεται από την αύξηση της αξίας των συνολικών εισαγωγών και εξαγωγών αγαθών κατά 17,9% το πρώτο εξάμηνο του 2001, σε συνέχεια αύξησης 21,9% για την αντίστοιχη περίοδο του 2000.

Ο υποτομέας του γενικού εμπορίου παρουσίασε επίσης αύξηση, η οποία διαφαίνεται από την αύξηση του όγκου λιανικών πωλήσεων κατά 3,1% το πρώτο εξάμηνο του 2001, σε συνέχεια αύξησης 6,9% την ίδια περίοδο του 2000. Σημαντικά αυξημένος παρουσιάζεται ο όγκος λιανικών πωλήσεων στις αγορές οχημάτων, πωλήσεων τροφίμων, ποτών και καπνού, ενώ παρατηρήθηκε στασιμότητα στον όγκο λιανικών πωλήσεων μεγάλων πολυκαταστημάτων, καθώς και των πετρελαιοειδών.

Για ολόκληρο το 2001 ο τομέας του εμπορίου παρουσιάζει διεύρυνση κατά 4,5% σε πραγματικούς όρους, σε συνέχεια αύξησης 5,9% το 2000.

  • Επαγγελματικές υπηρεσίες

Ο τομέας σημειώνει ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 6,5% περίπου σε πραγματικούς όρους το 2001 έναντι 7% το 2000. Θετικές είναι οι εκτιμήσεις για όλες τις σχετικές δραστηριότητες, όπως είναι τα λογιστικά και ελεγκτικά γραφεία, τα γραφεία επεξεργασίας στοιχείων, ανάπτυξης προγραμμάτων πληροφορικής, διαφημίσεων, οικονομικών μελετών και συμβουλευτικών υπηρεσιών και τα δικηγορικά γραφεία.

  • Άλλες υπηρεσίες

Οι υπόλοιποι τομείς των υπηρεσιών συνεχίζουν πορεία ανάπτυξης, επωφελούμενοι από την υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα της ζήτησης των υπηρεσιών αυτών και την αυξημένη τουριστική ζήτηση. Όσον αφορά τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, παρουσιάζεται ουσιαστική επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξής τους λόγω των αρνητικών επιπτώσεων από την πτώση του χρηματιστηριακού δείκτη τιμών.

Ο ρυθμός διεύρυνσης της προστιθέμενης αξίας του τομέα της δημόσιας διοίκησης και των υποτομέων της δημόσιας υγείας και δημόσιας παιδείας σημειώνει επιβράδυνση και κυμαίνεται γύρω στο 2,5% για το 2001 σε σύγκριση με 5,7% το 2000, ως αποτέλεσμα της συγκράτησης της αύξησης της απασχόλησης στα πλαίσια υλοποίησης του αναθεωρημένου Προγράμματος Δημοσιονομικής Εξυγίανσης.

9. Σημαντικά κεφάλαια του κρατικού προϋπολογισμού του 2002

α. Πολιτισμός

(Τα στοιχεία προκύπτουν από την κατάθεση του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού στην Επιτροπή στις 24 Οκτωβρίου 2001 και από το κατατεθέν σημείωμα για τον προϋπολογισμό του υπουργείου του για το 2002).

  • Οι δαπάνες για την παιδεία από £11 εκατομ. το 1993 έχουν προσεγγίσει τα £47 εκατομ. το 2002 (αναπτυξιακές δαπάνες), το δε ποσοστό υλοποίησής τους για το 2000 είναι της τάξης του 96,8%.
  • Για τον πολιτισμό οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν £830,000 το 1993, σε σύγκριση με £6,7 εκατομ. στον προϋπολογισμό του 2002.
  • Τα ποσοστά των δημόσιων δαπανών που διατίθενται για την παιδεία στην Κύπρο είναι της τάξης του 15,6% επί του συνόλου των δημοσίων δαπανών και του 5,7% επί του ΑΕΠ, αριθμοί που συγκρίνονται ευνοϊκά με τους αντίστοιχους στις περισσότερες προηγμένες χώρες. (Από την τελευταία έκθεση της Στατιστικής Υπηρεσίας για το 1999).
  • Ο αριθμός μαθητών στη μέση εκπαίδευση είναι της τάξης του 25% και σε απόλυτους αριθμούς από 42,000 είναι τώρα 52,000 εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες βαθμίδες και την τεχνική εκπαίδευση όπου ο αριθμός μαθητών παραμένει σταθερός.
  • Βασικές καινοτομίες που εμφαίνονται στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό είναι η επέκταση της προδημοτικής εκπαίδευσης, η ανάπτυξη του ολοήμερου σχολείου στη δημοτική εκπαίδευση σε ογδόντα σχολεία για το σχολικό έτος 2001-2002, η παγκύπρια επέκταση του ενιαίου λυκείου, η επέκταση καινοτομιών του ενιαίου λυκείου στη γυμνασιακή βαθμίδα και η αναδιαμόρφωση της τεχνικής εκπαίδευσης. Αναφορικά με την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο προϋπολογισμός του Πανεπιστημίου Κύπρου είναι αυξημένος λόγω της επιτάχυνσης των διαδικασιών ανέγερσης της πανεπιστημιούπολης και της επέκτασης του πανεπιστημίου με νέες σχολές. Σε τελικό στάδιο βρίσκεται η λειτουργία του Πανεπιστημίου Εφαρμοσμένων Επιστημών και Τεχνών. Σε διαδικασία υλοποίησης βρίσκονται επίσης δεκαοχτώ νέα δημοτικά σχολεία, έντεκα γυμνάσια, έξι λύκεια και τέσσερις τεχνικές σχολές.

β. Υγεία

(Τα στοιχεία προκύπτουν από την κατάθεση του Υπουργού Υγείας στην Επιτροπή στις 12 Νοεμβρίου 2001, από το κατατεθέν σημείωμα για τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας για το 2002, από το κατατεθέν επεξηγηματικό υπόμνημα για τις αναπτυξιακές δαπάνες του Υπουργείου Υγείας καθώς και από συμπληρωματικά στοιχεία που κατατέθηκαν από το Υπουργείο Υγείας με επιστολή ημερομηνίας 29.11.2001).

Στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό προβλέπονται πιστώσεις συνολικού ύψους £152.716.069 για τους σκοπούς και τα προγράμματα του Υπουργείου Υγείας. Παρουσιάζεται αύξηση £17.309.076 ή 12,8% σε σύγκριση με τον προϋπολογισμό του 2001, του οποίου οι προβλεπόμενες δαπάνες ήταν £135.406.993.

Οι αναπτυξιακές δαπάνες για το 2002 ανέρχονται σε £23.364.200 έναντι £17.690.080 το 2001.

Όσον αφορά τα κυριότερα αναπτυξιακά προγράμματα αναφέρονται τα ακόλουθα:

- Για την προώθηση των στόχων και σκοπών του Γενικού Σχεδίου Υγείας (ΓΕΣΥ) έχει συμπεριληφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό του 2002 πρόνοια ύψους £400.000*

- Για το ανεγειρόμενο νέο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έχει περιληφθεί πρόνοια ύψους £10.000.000 για τη συνέχιση των κατασκευαστικών εργασιών. Οι προσφορές είχαν κατακυρωθεί έναντι ποσού £38.236.000 (χωρίς ΦΠΑ), οι κατασκευαστικές εργασίες άρχισαν στις 5.5.1997, η συμβατική ημερομηνία αποπεράτωσης είναι η 24.2.2002, ενώ η νέα καθορισθείσα ημερομηνία αποπεράτωσης είναι η 2.6.2003. Μέχρι τις 31.12.2000 είχε δαπανηθεί συνολικό ποσό £26.388.696, ενώ για την ανέγερση του έργου παραχωρήθηκε δάνειο ύψους £30,5 εκατομ. από το Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το ολικό κόστος αναμένεται να ανέλθει στα £50 εκατομ.

γ. Κοινωνική ασφάλιση - Κοινωνικές παροχές

(Τα στοιχεία προκύπτουν από την κατάθεση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην Επιτροπή στις 19 Νοεμβρίου 2001, από το κατατεθέν σημείωμα για τον προϋπολογισμό του υπουργείου του και από τα συμπληρωματικά στοιχεία που κατατέθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή ημερομ. 29 Οκτωβρίου 2001)

i. Κοινωνική ασφάλιση

Οι παροχές του Σχεδίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναθεωρούνται μέσα στα πλαίσια ετήσιων αναθεωρήσεων με στόχο τη διατήρηση της αγοραστικής τους αξίας.

Κατά την περίοδο 1994-2001, το ύψος των συντάξεων αυξήθηκε κατά 58,5% στο βασικό μέρος και κατά 30,1% στο συμπληρωματικό μέρος, με βάση πληθωρισμό για την περίοδο αυτή της τάξης του 20,7%.

Το 1993, καταβλήθηκαν από το Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ωφελήματα ύψους £134 εκατομ., ενώ σήμερα τα ίδια ωφελήματα ανέρχονται στα £300 εκατομ. Η αύξηση οφείλεται στις ετήσιες αναθεωρήσεις και στη σταδιακή ωρίμανση του εν λόγω σχεδίου η οποία θα ολοκληρωθεί το 2020.

Το ποσoστό της κατώτατης σύνταξης που καταβάλλεται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέρχεται στο 85% της πλήρους βασικής σύνταξης και κυμαίνεται από £133,30 μέχρι £222,17 ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτωμένων του δικαιούχου. Η πρόσθετη δαπάνη βαρύνει το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.

Αναφορικά με το σύστημα υπολογισμού των εισφορών των αυτοτελώς εργαζομένων, έχουν κατατεθεί στη Βουλή κανονισμοί για διαφοροποίησή του με στόχο την καταβολή από τους αυτοτελώς εργαζομένους, εισφορών πάνω στο πραγματικό τους εισόδημα όπως γίνεται με τους μισθωτούς. Η σοβαρή αυτή αδυναμία έχει ως αποτέλεσμα οι βασικές πληρωτέες συντάξεις να είναι κατά τουλάχιστον 5% χαμηλότερες απ’ ό,τι θα ήταν αν το Ταμείο είχε τα αναμενόμενα εισοδήματα από τους αυτοτελώς εργαζομένους.

Όσον αφορά τη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το θέμα παρακολουθείται στενά στα πλαίσια των αναλογιστικών επισκοπήσεων που διεξάγονται κάθε τρία χρόνια με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.

Η τελευταία αναλογιστική μελέτη κατέδειξε ότι το σχέδιο είναι οικονομικά βιώσιμο τόσο στο βασικό όσο και στο αναλογικό του μέρος με το σημερινό ύψος εισφοράς, μέχρι το 2020.

Με σκοπό τη λήψη αποφάσεων για μακροπρόθεσμη στρατηγική χρηματοδότησης του σχεδίου, συζητείται με την ηγεσία των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων και με τον αναλογιστή του σχεδίου, αριθμός συγκεκριμένων εισηγήσεων που περιλαμβάνονται στην εν λόγω έκθεση.

ii. Επιδόματα και κοινωνικές παροχές

Μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής προστασίας που το κράτος παρέχει σε δικαιούχα πρόσωπα, προνοούνται τα ακόλουθα κυριότερα επιδόματα:

- Επίδομα τέκνου για τρίτο παιδί, σε οικογένειες που έχουν ή θα αποκτήσουν τρία παιδιά, το οποίο θα είναι ίσο με το επίδομα τέκνου για ένα παιδί που πληρώνεται σήμερα σε οικογένειες με τέσσερα παιδιά (£30,74 μηνιαίως). Οι δικαιούχες οικογένειες είναι 18.500 περίπου και η δαπάνη για ολόκληρο το 2001 είναι £7,4 εκατομ.*

- Επίδομα μάνας που σήμερα πληρώνεται στην πολύτεκνη μητέρα μετά τον τερματισμό της καταβολής του επιδόματος τέκνου για οικογένειες με τέσσερα παιδιά, καθώς και στη μητέρα που έχει γεννήσει τέσσερα τουλάχιστον παιδιά και δεν έχει δικαίωμα σε επίδομα τέκνου, γιατί δεν ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις που έθετε η νομοθεσία και στις μητέρες που θα δικαιούνται επίδομα τέκνου για τρίτο παιδί, όταν θα τερματίζεται. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται σε 10,000 μητέρες περίπου, έναντι δαπάνης £4 εκατομ.

Όσον αφορά τη μέριμνα για διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, αυτή βασίζεται στον περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμο. Με βάση τη νομοθεσία αυτή για κάθε πρόσωπο που διαμένει νόμιμα στην Κύπρο και δεν έχει επαρκείς πόρους για τη συντήρησή του, διασφαλίζεται ένα κατώτατο εισόδημα για κάλυψη των βασικών και ειδικών αναγκών του.

Το ανώτατο ποσό του δημόσιου βοηθήματος αυξήθηκε από 1.1.2001 σε £150 το μήνα για το λήπτη, σε £75 το μήνα για κάθε εξαρτώμενό του άνω των δεκατεσσάρων ετών, και σε £45 για κάθε εξαρτώμενο που δεν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του. Σε αυτά προστίθενται ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες της κάθε περίπτωσης διάφορα άλλα ποσά όπως ενοίκιο, δίαιτα, φροντίδα, μεταφορικά κ.ά.

Οι δικαιούχοι δημόσιου βοηθήματος ανέρχονται σε 15.145 περιπτώσεις ή σε 22.249 άτομα με συνολική προβλεπόμενη δαπάνη £41.123.00 για το 2001. Κατά την περίοδο 1993-2001 το ύψος του δημόσιου βοηθήματος αυξήθηκε κατά 98,60% (από £80 το 1993 για βασικές ανάγκες, σε £150 το 2001).

Στη διασφάλιση επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης συμβάλλουν και τα ακόλουθα μεταξύ άλλων σχέδια:

- Σχέδιο Παροχής Κοινωνικής Αρωγής για βελτίωση των συνθηκών στέγασης, στα πλαίσια του οποίου ενισχύονται λήπτες δημόσιου βοηθήματος ή που ανήκουν σε χαμηλές εισοδηματικές τάξεις για βελτίωση των στεγαστικών τους συνθηκών.

- Έκτακτα βοηθήματα για την ενίσχυση ατόμων που αντιμετωπίζουν άμεσες ανάγκες που δεν καλύπτονται από άλλα σχέδια.

- Πρόγραμμα κατ’ οίκον φροντίδας ηλικιωμένων προσώπων και ατόμων με ειδικές ανάγκες, Σχέδιο Επιχορήγησης Αυτοεργοδότησης Ηλικιωμένων κ.ά.

(Πίνακας δαπανών κοινωνικής φύσης για τα έτη 1988-2002 περιλαμβάνεται στο Τρίτο Παράρτημα του Δεύτερου Μέρους της παρούσας έκθεσης).

δ. Θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών

(i). Τοπική αυτοδιοίκηση

(Τα στοιχεία για τις παραγράφους (i), (ii), (iii), (v) πιο κάτω προκύπτουν από το κατατεθέν στις 12 Νοεμβρίου 2001 σημείωμα για τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών για το 2002)

Το κράτος ενισχύει οικονομικά τους δήμους με διάφορες χορηγίες, από τις οποίες βασικότερη είναι η ετήσια χορηγία που ανέρχεται στο 1% των καθαρών εσόδων του κράτους από άμεσες και έμμεσες φορολογίες και που το έτος 2002 αναμένεται να ανέλθει στα £11.0 εκατομ., σε σύγκριση με £10.5 εκατομ. περίπου το 2001.

Το 2001 κατεβλήθη επίσης ποσό £800.000 ως τοκοχρεολύσια έναντι δανείων που συνήψαν οι δήμοι για εκτέλεση έργων, ενώ για το έτος 2002 το αντίστοιχο ποσό θα ανέλθει στο £1.0 εκατομ. Το κράτος συνεχίζει επιπρόσθετα να καταβάλλει το 50% της δαπάνης μηχανογράφησης των δήμων, το 25% της δαπάνης ανέγερσης δημοτικών μεγάρων (μέχρι ποσού £250.000) και να επιχορηγεί την ανέγερση αιθουσών πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Όσον αφορά τις κοινότητες, από τις αρχές του 2001 η κυβέρνηση έχει μειώσει ουσιαστικά το ποσοστό συμμετοχής τους στις δαπάνες για την εκτέλεση έργων τοπικής ανάπτυξης και έχει διαγράψει το 10% των οφειλόμενων δανείων των κοινοτήτων προς τους δανειστικούς επιτρόπους που ανέρχεται σε £1,5 εκατομ. περίπου. Ενισχύονται επίσης οι κοινότητες με διάφορες χορηγίες που στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό ανέρχονται σε £1.2 εκατομ., σε σύγκριση με £1 εκατομ. το 2001.

(ii). Έργα για αναζωογόνηση της υπαίθρου

  • Προωθείται η υλοποίηση έργων σε όλες σχεδόν τις κοινότητες μέσα στα πλαίσια του Ειδικού Πενταετούς Σχεδίου (2001-2005) για οδικά, υδρευτικά και αποχετευτικά έργα για την ύπαιθρο συνολικής δαπάνης £222 εκατομ. Στον προϋπολογισμό του 2002 προβλέπονται πρόσθετες δαπάνες ύψους £24.1 εκατομ. για την αγροτική ανάπτυξη σε σύγκριση με 21.6 εκατομ. για το 2001.
  • Προωθείται η επεξεργασία σχεδίου για την ενθάρρυνση επιστροφής και παραμονής νεαρών ζευγαριών και αποδήμων στην ύπαιθρο, το οποίο θα καλύπτει κοινότητες με πληθυσμό κάτω των διακοσίων κατοίκων επί δοκιμαστικής βάσεως για τρία έτη και επιπροσθέτως των υφιστάμενων σχεδίων.

(iii). Στεγαστική και κοινωνική πολιτική

  • Στις 19.6.2001 αποφασίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο η σύσταση Ενιαίου Φορέα Στεγαστικής Πολιτικής, του οποίου οι αποφάσεις θα υλοποιούνται μέσω επιμέρους φορέων όπως είναι ο Κυπριακός Οργανισμός Αναπτύξεως Γης, ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης, οι Επαρχιακές Διοικήσεις κ.ά.
  • Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε η εφαρμογή νέου σχεδίου, μέσω του οποίου παραχωρούνται από τον Κυπριακό Οργανισμό Αναπτύξεως Γης (ΚΟΑΓ) οικιστικές μονάδες σε οικογένειες με εισόδημα κάτω των £10.000 και σε πολύτεκνες οικογένειες με εισόδημα κάτω των £12.000. Το σχέδιο αυτό προβλέπει τη δανειοδότηση των δικαιούχων και την παραχώρηση εφάπαξ χορηγίας και εντάσσεται στα πλαίσια της δέσμευσης της κυβέρνησης για παραχώρηση χορηγίας ύψους £6.0 εκατομ. προς τον ΚΟΑΓ ως αντιστάθμισμα της τελευταίας αύξησης του συντελεστή Φ.Π.Α.

(iv). Προσφυγική πολιτική

Στα πλαίσια της πολιτικής που αφορά τη στέγαση των προσφύγων προνοούνται:

    • Πρόγραμμα αναδόμησης/ριζικής βελτίωσης κυβερνητικών κατοικιών σε κυβερνητικούς οικισμούς και συνοικισμούς αυτοστέγασης για την περίοδο 2000-2004. (Η προϋπολογιζόμενη δαπάνη είναι πέραν των £60 εκατομ.).
    • Για τα κυβερνητικά σχέδια οικήσεως και σχέδια αυτοστεγάσεως των προσφύγων, προβλέπονται δαπάνες ύψους £5.5 εκατομ. για το 2002 σε σύγκριση με £3.7 εκατομ. για το 2001 και £2.5 εκατομ. για το 2000.

ε. Περιβάλλον

(Από τα στοιχεία που κατέθεσε ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος στην Επιτροπή στις 2 Νοεμβρίου 2001).

  • Αρμοδιότητα για θέματα περιβάλλοντος έχουν πολλά υπουργεία και συνεπώς ο ρόλος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος είναι μόνο συντονιστικός και επιτελικός.
  • Για να υπάρξει εναρμόνιση με τα ισχύοντα στις χώρες της Ε.Ε. πρέπει να προωθηθεί η ίδρυση χωριστού υπουργείου περιβάλλοντος.
  • Προχωρεί η πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού στην Υπηρεσία Περιβάλλοντος, αλλά η στελέχωσή της εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής.
  • Υπάρχει σε εξέλιξη πιλοτικό πρόγραμμα για την ανακύκλωση με ενίσχυση από την Ε.Ε. σε πέντε δήμους.
  • Κονδύλι ύψους £40.000.000 έχει περιληφθεί στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό για την υλοποίηση όλων των προγραμμάτων που σχετίζονται με το περιβάλλον, αλλά οι σχετικές πρόνοιες βρίσκονται εγκατεσπαρμένες κάτω από διάφορα υπουργεία.
  • Μέχρι το 2012 θα δαπανηθούν περίπου £500 εκατομ. για το περιβάλλον, περιλαμβανομένης της κατασκευής αποχετευτικών συστημάτων και ανακύκλωσης σε όλες τις κοινότητες δύο χιλιάδων κατοίκων και πέρα.
  • Για το θέμα της διαχείρισης και προστασίας της χερσονήσου του Ακάμα αναμένονται οι τελικές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου πριν το τέλος του 2001.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στο παρόν Παράρτημα παρατίθενται αναλυτικά διάφορα στοιχεία για τα οποία γίνεται αναφορά στο Πρώτο Μέρος και στο Πρώτο Παράρτημα της παρούσας έκθεσης και όπου είναι δυνατό συγκριτική ανάλυση με τα αντίστοιχα στοιχεία και μεγέθη του προϋπολογισμού του 2001 και προηγούμενων ετών.

1. Έσοδα και δαπάνες

α. (Τα στοιχεία προκύπτουν από την επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τον Πρόεδρο της Βουλής ημερομηνίας 4 Οκτωβρίου 2001)

2002

£

2001

£ εκ.

Έσοδα

1.736,2

1.552,8

Δαπάνες

2.335,4

------------

2.106,6

------------

Έλλειμμα:

599,2

844.6

(Τα ποσά που αναφέρονται πιο πάνω αφορούν τα καθαρά έσοδα και τις καθαρές πληρωμές, αφού αφαιρεθούν τα ποσά για τη χρηματοδότηση στο σκέλος των εσόδων, καθώς και οι αποπληρωμές για τα δάνεια, οι επιστροφές φόρων και δασμών και η αγορά μετοχών/αποθεματικού στο σκέλος των δαπανών.).

  • Το σύνολο των καθαρών πληρωμών για το 2002 προϋπολογίζεται να αυξηθεί κατά £259,4 εκατομ. ή κατά 12,5% σε σύγκριση με τις αναθεωρημένες καθαρές δαπάνες/πληρωμές για το 2001.

Η εν λόγω αύξηση οφείλεται στο διαφορετικό βαθμό υλοποίησης των αναπτυξιακών δαπανών όσον αφορά τις αναθεωρημένες δαπάνες του προϋπολογισμού του 2001 σε σχέση με τις εγκεκριμένες δαπάνες του προϋπολογισμού του ιδίου έτους. Με την αφαίρεση των αναπτυξιακών δαπανών τόσο για το 2001 όσο και για το 2002, η αύξηση σε απόλυτους αριθμούς του προϋπολογισμού του 2001, περιορίζεται στα £146.3 εκατομ., δηλαδή σε ποσοστό 7,9%

  • Το ποσοστό αύξησης των καθαρών πληρωμών του προϋπολογισμού του 2002, εξαιρουμένων των δαπανών για την αμυντική θωράκιση και των αναπτυξιακών δαπανών, προϋπολογίζεται να διευρυνθεί κατά 7,6% σε σύγκριση με το 9,0% που ήταν η αύξηση των αναθεωρημένων δαπανών του προϋπολογισμού το 2001, σε σύγκριση με τις πραγματικές δαπάνες του 2000.

β. Επιμέρους ανάλυση των κυριότερων δαπανών

  • Αναπτυξιακές δαπάνες:

Οι αναπτυξιακές δαπάνες για το 2002 προϋπολογίζονται σε £347,6 εκατομ., σε σύγκριση με τις αναθεωρημένες δαπάνες ύψους £234,6 εκατομ. για το 2001.

Οι κυριότερες πρόνοιες αφορούν τους ακόλουθους τομείς:

 

Τομέας

2002

2001

2001

Προτεινόμενες

Προτεινόμενες

Αναθεωρημένες

 

£ εκ.

£ εκ.

£ εκ.

- Οδικό Δίκτυο

53

55,1

42,0

- Υδατική Ανάπτυξη

23

20,9

15,5

- Παιδεία

26

24,9

18,0

- Πανεπιστήμιο Κύπρου

16

15,5

16,5

- Πολιτιστική Ανάπτυξη

6,7

5,4

3,5

- Αγροτική Ανάπτυξη

24

21,8

18,5

- Στεγαστικό πρόγραμμα κυβερνητικών υπηρεσιών

24

18,9

12,0

- Πολεοδομικά Σχέδια

23

20.9

10,0

- Δημόσια Υγεία

23

17,4

15,4

- Βιομηχανία και Εξαγωγές

16

16

11,9

Στις αναπτυξιακές δαπάνες περιλαμβάνονται επίσης πρόνοιες για αγορά σύγχρονου εξοπλισμού για τις ανάγκες διάφορων τμημάτων και υπηρεσιών και όπου απαιτούνται ποσά για αποζημιώσεις σχετικά με απαλλοτριώσεις, καθώς και πρόνοιες για μεγάλα συνεχιζόμενα οδικά και άλλα κατασκευαστικά έργα.

- Δαπάνες εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο

(Τα στοιχεία προκύπτουν από το κατατεθέν επεξηγηματικό υπόμνημα για τις αναπτυξιακές δαπάνες του προϋπολογισμού του 2002 (σελίδες 214, 215 και 217- άρθρα 633 και 666 και 99.999 αντίστοιχα).

● Πρόνοια ύψους £40 εκατομ. προορίζεται για δαπάνες που αφορούν αγορά εξοπλισμού, βελτίωση και ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων σε διάφορα υπουργεία/τμήματα/υπηρεσίες και για άλλα μέτρα ενίσχυσης των απαραίτητων δομών για εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου.

(Η πρόνοια κατανέμεται ανάλογα στα διάφορα τμήματα και υπηρεσίες με εξουσιοδότηση του Υπουργού Οικονομικών και τίθεται κάτω από το κεφάλαιο του Γραφείου Προγραμματισμού. Μέρος της δαπάνης θα ανακτηθεί από πηγές της Ε.Ε.).

● Πρόνοια ύψους £6 εκατομ. προορίζεται να διατεθεί για τη συμμετοχή της Κύπρου σε προγράμματα της Ε.Ε. με βάση συμφωνίες που έχουν υπογραφεί ή που θα υπογραφούν.

(Μέρος της δαπάνης θα ανακτηθεί από πηγές της Ε.Ε.).

● Πρόνοια ύψους £3 εκατομ. προορίζεται για εκπαιδευτικές/ενημερωτικές/ επιμορφωτικές επισκέψεις αρμοδίων από το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα στο εξωτερικό, για τη διοργάνωση σεμιναρίων στην Κύπρο για θέματα Ε.Ε., καθώς και για την αξιοποίηση των υπηρεσιών που προσφέρει το Γραφείο Τεχνικής Βοήθειας και Ανταλλαγής Πληροφοριών (ΤΑΙΕΧ) της Ε.Ε. Η πρόνοια θα χρησιμοποιηθεί επίσης για να καλύψει δαπάνες και μελέτες εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο, καθώς και για τη συνεργασία της Κύπρου με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

(Μέρος της δαπάνης θα ανακτηθεί από πηγές της Ε.Ε.).

Δαπάνες προσωπικού:

Οι δαπάνες προσωπικού θα ανέλθουν στα £786,8 εκατομ., δηλαδή σε ποσοστό 33,7% των καθαρών πληρωμών του προϋπολογισμού, σε σύγκριση με δαπάνες ύψους £732,7 εκατομ. ή ποσοστό 35,3% των αναθεωρημένων καθαρών πληρωμών του προϋπολογισμού του 2001.

- Αμυντικές δαπάνες:

Οι αμυντικές δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα και τη συντήρησή τους, καθώς και για την εκτέλεση έργων στρατωνισμού και εγκαταστάσεων της Εθνικής Φρουράς προϋπολογίζεται να ανέλθουν σε £135.210.010 ή σε ποσοστό 5,8% των καθαρών πληρωμών του προϋπολογισμού, σε σύγκριση με προβλεπόμενες δαπάνες ύψους £120.0 εκατομ. ή ποσοστό 5,8% των αναθεωρημένων καθαρών πληρωμών του προϋπολογισμού του 2001.

Σημειώνεται ότι με βάση τα στοιχεία που κατέθεσε ο Υπουργός Άμυνας κατά τη συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού του 2001, ο στόχος που είχε τεθεί το 1992 για μηδενισμό των χρεών για αμυντικές δαπάνες μέχρι το 2001 επιτεύχθηκε με τον προϋπολογισμό του 2001. Σημειώνεται επίσης ότι τα έσοδα που προέρχονται από την καταβολή έκτακτης εισφοράς για την άμυνα* , τα οποία κατατίθενται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας είχαν προϋπολογισθεί για το 2001 σε £123,3 εκατομ.

- Δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας:

Οι δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας θα ανέλθουν σε £339,4 εκατομ. ή σε ποσοστό 14,5% των καθαρών πληρωμών του προϋπολογισμού, σε σύγκριση με £297,4 εκατομ. ή ποσοστό 14.3% των αναθεωρημένων καθαρών πληρωμών του προϋπολογισμού του 2001.

(Τα στοιχεία που αναφέρονται σχετικά με τις δαπάνες προσωπικού, αμυντικές και δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας προκύπτουν από τον πίνακα 4Β που περιλαμβάνεται στον κατάλογο πινάκων που συνοδεύει τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό)

2. Δημοσιονομικοί δείκτες για το 2002

(Τα στοιχεία προκύπτουν από τον κατάλογο πινάκων που συνοδεύει τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό - πίνακας 1 - Τα μεγέθη που αναφέρονται για το 2001 είναι τα αναθεωρημένα μεγέθη).

Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) σε τρέχουσες τιμές προβλέπεται να ανέλθει στα £6.307,3 εκατομ. σε σύγκριση με £5.885,7 εκατομ. για το 2001.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα υπολογίζεται να περιοριστεί ως ποσοστό στο 2,4% επί του ΑΕΠ ή σε απόλυτους αριθμούς στα £153,7 εκατομ., σε σύγκριση με ποσοστό 2,6% επί του ΑΕΠ ή με £153,5 εκατομ. σε απόλυτους αριθμούς για το 2001.

Η τελική διαμόρφωση του δημοσιονομικού ελλείμματος εξαρτάται από το βαθμό υλοποίησης του προϋπολογισμού, ιδιαίτερα όσον αφορά τις αναπτυξιακές δαπάνες.

Το πρωτογενές ισοζύγιο προβλέπεται να παρουσιάσει αυξημένο πλεόνασμα ύψους £210,0 εκατομ. ή ποσοστό 3,3% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £186,4 εκατομ. ή ποσοστό 3,2% για το 2001.

Το δημόσιο χρέος (εξαιρουμένου του ενδοκυβερνητικού - Μάαστριχτ) αναμένεται να ανέλθει στα £3.757,6 εκατομ. ή σε ποσοστό 59,6% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £3.478,0 εκατομ. ή ποσοστό 59,1% για το 2001.

Το δημόσιο εξωτερικό χρέος (μακροχρόνιο, μεσοπρόθεσμο και βραχυχρόνιο) θα ανέλθει στα £738,5 εκατομ. ή σε ποσοστό 11,7% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £770,3 εκατομ. ή ποσοστό 13,1% επί του ΑΕΠ για το 2001.

Το ενδοκυβερνητικό χρέος θα ανέλθει στα £2.436,2 εκατομ. ή σε ποσοστό 38,6% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £2.210,8 ή ποσοστό 37,6% για το 2001.

Το συνολικό δημόσιο και ενδοκυβερνητικό χρέος θα ανέλθει στα £6.200,7 εκατομ. ή σε ποσοστό 98,3% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £5.694,4 εκατομ. ή ποσοστό 96,7% επί του ΑΕΠ το 2001.

(Στα ποσά του συνολικού δημόσιου χρέους περιλαμβάνονται και οι οφειλές προς τα Ταμεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων - ενδοκυβερνητικό χρέος).

Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα ανέλθουν στα £751,3 εκατομ. ή σε ποσοστό 11,9% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £696,2 εκατομ. ή ποσοστό 11,8% επί του ΑΕΠ για το 2001.

ΤΡΙΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στο παρόν Παράρτημα περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι πίνακες και αναλυτικές καταστάσεις:

Α. 1. Κυριότεροι δημοσιονομικοί δείκτες για τα έτη 1998-2002.

2. Μεγέθη των προϋπολογισμών όπως έχουν κατατεθεί στη Βουλή για τα έτη 1999-2002.

3. Περίληψη - Συγκριτική ανάλυση εσόδων για τα έτη 1999-2002.

3.Α. Συγκριτική ανάλυση εσόδων για τα έτη 1998-2002.

4. Συγκριτική ανάλυση πληρωμών για τα έτη 1999-2002.

4.Α. Περίληψη οικονομικής ανάλυσης δαπανών για τα έτη 1999-2002 (ποσοστιαία μεταβολή).

4.Β. Περίληψη οικονομικής ανάλυσης δαπανών για τα έτη 1999-2002. (ποσοστιαία αναλογία).

4.Γ. Οικονομική ανάλυση δαπανών για τα έτη 1999-2002.

5. Συνοπτική κατάσταση κατάργησης/ ίδρυσης θέσεων στη δημόσια υπηρεσία.

(Οι πιο πάνω πίνακες και καταστάσεις κατατέθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών και φέρουν ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 2001)

Β. 1. Δείκτες της κυπριακής οικονομίας (Γραφείο Προγραμματισμού - Οκτώβριος 2001).

2. Σημείωμα για τη μέθοδο υπολογισμού της παραγωγικότητας της χώρας (σε επίπεδο ΑΕΠ).

3. Ποσοστό συνεισφοράς του γεωργικού τομέα στο ΑΕΠ και απασχόληση στη γεωργία των χωρών μελών της Ε.Ε. και των υποψηφίων για ένταξη στην Ε.Ε. χωρών.

4. Κατάλογος έργων για υλοποίηση με τη μέθοδο συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και υπολογιζόμενη δαπάνη εκτέλεσης.

5. Πρόγραμμα εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο (τεχνική βοήθεια) - δαπάνη κατά υπουργείο. (Αναλυτικές καταστάσεις για κάθε υπουργείο βρίσκονται κατατεθειμένες στη Βουλή)

6. Εξυπηρέτηση εσωτερικού δημόσιου χρέους - Αποπληρωμές και συνεισφορές στο εξοφλητικό απόθεμα (£000 χιλ.)

7. Δαπάνες κοινωνικής φύσεως (εξαιρουμένων των μηνιαίων απολαβών) - Περίληψη.

8. Δαπάνες για δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης στην Κύπρο (σε εκατομμύρια Λ.Κ.) και ερευνητικές δαπάνες σε ευρωπαϊκές χώρες (1999).

(Ο κ. Μ. Κυπριανού μετά την ανάγνωση των συμπερασμάτων της επιτροπής συνεχίζει.)

Τέλος, πιστεύω ότι είναι κατάλληλη ευκαιρία και θα ήθελα να ευχαριστήσω εκ μέρους της επιτροπής τις υπηρεσίες της Βουλής για την ανεκτίμητη βοήθειά τους προς την επιτροπή κατά την εξέταση του κρατικού προϋπολογισμού. Ιδιαίτερα να αναφερθώ στους γραμματείς της επιτροπής, την κ. Τασούλα Ιερωνυμίδου και τον κ. Ανδρέα Νεοφύτου, την κ. Γρηγορίου στο Αρχείο και βεβαίως τις στενογράφους της Βουλής με την ανεκτίμητη βοήθειά τους κατά την τήρηση των πρακτικών της συζήτησης στην επιτροπή. Ειδικά, όμως, θα ήθελα φέτος για τη μορφή, το περιεχόμενο και τη σύνταξη της έκθεσης με τη νέα της μορφή, που είναι πιο λεπτομερής και πιο εμπεριστατωμένη, να αναφερθώ ειδικά στην κ. Ιερωνυμίδου. Τέλος, να μου επιτρέψετε, κύριε Πρόεδρε, να ευχαριστήσω όλα τα μέλη της επιτροπής Οικονομικών για το πνεύμα συνεργασίας, αλλά και την προθυμία που επέδειξαν κατά το πολύ δύσκολο, πολύωρο και μεγάλο έργο των συνεδριάσεων της εξέτασης του κρατικού προϋπολογισμού.

Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων