Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τον αναπεμφθέντα νόμο που τιτλοφορείται “Ο περί Προϋπολογισμού Νόμος του 2002”

Παρόντες:

Μάρκος Κυπριανού, πρόεδρος Σωτηρούλα Χαραλάμπους
Άριστος Χρυσοστόμου Γιάννος Λαμάρης
Τάσσος Παπαδόπουλος Πρόδρομος Προδρόμου
Γιώργος Λιλλήκας Μαρία Κυριακού
Σταύρος Ευαγόρου Δώρος Θεοδώρου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού συνήλθε στις 25 Φεβρουαρίου 2002 και επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή στις 25 Ιανουαρίου 2002, ύστερα από την αναπομπή του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Υπουργός Οικονομικών και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας.

Οι προτασσόμενοι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 21 Φεβρουαρίου 2002, είναι οι ακόλουθοι:

1. Το αναπεμπόμενο άρθρο 138 του Κεφαλαίου 01.03.2 του περί Προϋπολογισμού Νόμου του 2002, όπως έχει ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, συνιστά κατάφωρη αδικία σε βάρος του σημερινού Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, από τον οποίο αφαιρέθηκε το ετήσιο επίδομα των £1.265, αλλά και ο προσδιορισμός του επιδόματος αυτού ως συνταξίμου.

2. Κατάφωρη αδικία εναντίον του ίδιου προσώπου συνιστά και το αναπεμπόμενο άρθρο 106 του Κεφαλαίου 18.01.2 του περί Προϋπολογισμού Νόμου του 2002, από το οποίο με απόφαση της Βουλής έχει αποκοπεί το ποσό που αντιστοιχεί στο μισθό που δικαιούται να λαμβάνει ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου ως δημόσιος υπάλληλος.

3. Το αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών της Βουλής είναι ότι εντελώς αιφνιδιαστικά επηρεάζονται οι όροι υπό τους οποίους υπηρετούσε ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, και μάλιστα αναδρομικά, διότι, επί τη αφυπηρετήσει του τελευταίου και με βάση τη σχετική νομοθεσία για τις συντάξεις, εξαφανίζονται και οποιαδήποτε συνταξιοδοτικά πλεονεκτήματα και/ή δικαιώματα έχει ήδη νόμιμα αποκτήσει ο εν λόγω υπάλληλος από το 1996 και εφεξής. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι, εφόσον ο εν λόγω υπάλληλος, κατά το χρόνο της αφυπηρέτησής του, δε θα λαμβάνει επίδομα και δη συντάξιμο, το εφάπαξ πληρωτέο σε αυτόν ποσό και η σχετική μηνιαία σύνταξη θα υπολογιστούν με βάση τις συνολικές συντάξιμες απολαβές του κατά την ημέρα της αφυπηρέτησής του, με αποτέλεσμα να εξουδετερώνεται πλήρως το γεγονός ότι για σειρά ετών λάμβανε συντάξιμο επίδομα.

4. Η ενέργεια της Βουλής για διαγραφή της σχετικής, σύμφωνα με τα πιο πάνω, σημείωσης, αντικειμενικά κρινόμενη, επηρεάζει αναδρομικά τη συνταξιοδότηση δημόσιου υπαλλήλου, όπως σχετικά την είχε αποφασίσει η Βουλή από το 1995, αφού ως ημερομηνία αφυπηρέτησης του Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου και κατ’ ενάσκησιν νομίμου εξουσίας είχε καθοριστεί η 28η Φεβρουαρίου 2003.

5. Επιπλέον, η ενέργεια αυτή της Βουλής δεν ανταποκρίνεται προς τις συνθήκες του πολιτεύματος, όπως έχουν εδραιωθεί με βάση το προεδρικό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1960 μέχρι σήμερα, σε σχέση με την αμοιβαία εμπιστοσύνη και διάθεση καλόπιστης συνεργασίας, που πρέπει να συνυπάρχουν στα πλαίσια του εν λόγω πολιτεύματος μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας του κράτους.

6. Επιπρόσθετα, η συγκεκριμένη απόφαση της Βουλής συνιστά υπονόμευση της αρχής της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 28 του συντάγματος, σε σχέση με το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών και το Διευθυντή του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας, για τον καθένα από τους οποίους ισχύει και εξακολουθεί να υφίσταται παρόμοια ρύθμιση με εκείνη που είχε προταθεί σε σχέση με το Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου στον Προϋπολογισμό του 2002.

Επανεξετάζοντας τον πιο πάνω νόμο, η επιτροπή είχε την ευκαιρία να ακούσει τις απόψεις του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Καταθέτοντας ενώπιον της επιτροπής, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανέφερε τα ακόλουθα:

1. Ο Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, παρά το γεγονός ότι έχει υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, εξακολουθεί ουσιαστικά να θεωρείται δημόσιος υπάλληλος και όχι συνταξιούχος, με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που λήφθηκε κατά το χρόνο της απόσπασης του εν λόγω υπαλλήλου στην αντίστοιχη θέση και σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του περί Προϋπολογισμού Νόμου του 1995.

2. Ο διορισμός του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου στη θέση του Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου αποτελεί άσκηση εξουσίας από μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο στο θέμα αυτό δεν καλύπτεται από το θέμα αρχής όσον αφορά τη μη πρόσληψη συνταξιούχου προσώπου.

3. Ύστερα από την αναπομπή του περί Προϋπολογισμού Νόμου του 2002 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν παρέχεται δυνατότητα έκδοσης του υπό αναφορά προϋπολογισμού με τη δημοσίευση μέρους μόνο αυτού.

4. Η αναπομπή αφορά ολόκληρο τον προϋπολογισμό ως νόμο και μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο, στο στάδιο της εξέτασης αναφοράς οποιουδήποτε νόμου εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας, διατηρεί την εξουσία διαχωρισμού του αναπεμφθέντος νόμου σε μέρη, έτσι που να δημοσιεύεται μέρος μόνο του νόμου, γεγονός που, όταν κρίνει ότι πρέπει να γίνει, το αποφασίζει με πολλή προσοχή.

5. Σε περίπτωση μη αποδοχής από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της αναπομπής του Προέδρου της Δημοκρατίας και αναφοράς του στο Ανώτατο Δικαστήριο, θα δημιουργηθούν σοβαρές πολιτειακές περιπλοκές, ιδιαίτερα σε σχέση με τις αναπτυξιακές δαπάνες και τις ενδεχόμενες αξιώσεις των συμβαλλόμενων με την κυβέρνηση μερών, όπως αυτές δυνατό να προκύπτουν μέσα από τις διατάξεις των σχετικών συμβολαίων.

6. Επιπρόσθετα, θα προκύψουν σοβαρά προβλήματα σε σχέση με την αμοιβή των δημόσιων υπαλλήλων, οι οποίοι δύνανται να αξιώσουν διά αγωγής στο τέλος του δεδουλευμένου μηνός την καταβολή του μισθού τους από το πάγιο ταμείο της Δημοκρατίας.

7. Η ενέργεια της Βουλής να διαγράψει τις σχετικές διατάξεις του υπό αναφορά προϋπολογισμού συνιστά μέσο εξαναγκασμού του ενδιαφερόμενου προσώπου σε παραίτηση, γεγονός που ισοδυναμεί με ανεπίτρεπτη συνταγματική παρέμβαση στις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας εκ μέρους της Βουλής.

8. Η διαμόρφωση, τέλος, των σχετικών διατάξεων του υπό συζήτηση προϋπολογισμού κατά τον τρόπο που έχει αναφερθεί δεν παρέχει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο καμιά χρονική προθεσμία για εκτίμηση της κατάστασης και διεκδίκηση των οποιωνδήποτε νόμιμων δικαιωμάτων του.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, επανεξετάζοντας το όλο θέμα και υπό το φως της ενημέρωσης που της έγινε, αποφάσισε στο στάδιο αυτό να επιφυλαχθεί ως προς την απόφασή της σε σχέση με τον αναπεμφθέντα νόμο και να τοποθετηθεί τελικά επί του ζητήματος αυτού κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια του σώματος.

 

Αρ. φακ.: 23.01.164.2001

 

27 Φεβρουαρίου 2002

 

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων