Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την πρόταση νόμου που τιτλοφορείται «Ο περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1997»

Παρόντες:

Άντρος Κυπριανού, πρόεδρος Αντιγόνη Παπαδοπούλου
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Γιώργος Βαρνάβα
Ανδρέας Παπαπολυβίου  
Ζαχαρίας Ζαχαρίου Μη μέλη της επιτροπής:
Νίκος Πιττοκοπίτης Αριστοφάνης Γεωργίου

Η πιο πάνω πρόταση νόμου, η οποία κατατέθηκε στη Βουλή από το βουλευτή κ. Αριστοφάνη Γεωργίου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, εξετάστηκε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου, σε πολλές συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ Ιουνίου 1997 και Ιουνίου 1998, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση της μελέτης της.

Με την έναρξη της παρούσας βουλευτικής περιόδου η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνέχισε και ολοκλήρωσε τη μελέτη της πρότασης νόμου σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 29 Νοεμβρίου και στις 6 Δεκεμβρίου 2001. Στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος τόσο κατά την προηγούμενη όσο και κατά την παρούσα βουλευτική περίοδο, κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στις συνεδρίες της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της ΟΕΒ, του ΚΕΒΕ και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση της νομοθεσίας περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών, έτσι ώστε να επιτευχθεί εναρμόνιση του τρόπου λειτουργίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με τον τρόπο λειτουργίας των άλλων δικαστηρίων στην Κύπρο σε ό,τι αφορά το θέμα της επιβολής τόκου επί των απαιτήσεων που απορρέουν από τις αποφάσεις των δικαστηρίων, ώστε κάθε απόφαση του δικαστηρίου αυτού να φέρει τόκο προς 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρισης της σχετικής αίτησης.

Ο εισηγητής της πρότασης νόμου κ. Αριστοφάνης Γεωργίου υποστήριξε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση καθίσταται επιβεβλημένη, λόγω των υπερβολικών καθυστερήσεων που παρατηρούνται στην εκδίκαση των υποθέσεων που αφορούν απαιτήσεις των εργαζομένων, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τα τυχόν επιδικαζόμενα ποσά να εξανεμίζονται, μέχρι να καταβληθούν στους δικαιούχους.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διαφώνησαν με τις πρόνοιες της υπό αναφορά πρότασης νόμου και δήλωσαν πως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ισχύουν ιδιάζουσες διαδικασίες, γι’ αυτό και η ιδιαιτερότητα του δικαστηρίου αυτού πρέπει να διατηρηθεί. Το επιδικαζόμενο ποσό, υποστήριξαν, αποτελεί κοινωνική παροχή, γι’ αυτό και το θέμα πρέπει να μελετηθεί μέσα σ’ αυτό το πνεύμα. Επίσης, υποστήριξαν πως, στην περίπτωση που υιοθετηθούν οι πρόνοιες της πρότασης νόμου, ο αιτητής αντί να απευθύνεται στο Ταμείο Πλεονασμού θα απευθύνεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, για να επωφελείται από τον τόκο. Συνεπώς, αν ισχύσει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών η επιβολή τόκου όπως αναφέρεται στην πρόταση νόμου, θα πρέπει κατ’ επέκταση να ισχύσει και στις άλλες παροχές, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ανυπολόγιστες οικονομικές επιπτώσεις.

Οι ίδιοι εκπρόσωποι ενημέρωσαν την επιτροπή ότι το θέμα τέθηκε ενώπιον του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, το οποίο δεν υιοθέτησε την υπό αναφορά πρόταση νόμου, αλλά εισηγήθηκε να ληφθούν μέτρα για την επιτάχυνση των διαδικασιών εξέτασης και εκδίκασης των σχετικών αιτήσεων, εισήγηση που εφαρμόστηκε στην πράξη, με αποτέλεσμα οι διαδικασίες να επιταχυνθούν και ο αριθμός των εκκρεμουσών αιτήσεων στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά το έτος 2001 να μειωθεί κατά πολύ σε σχέση με τον αριθμό αιτήσεων που εκκρεμούσαν κατά το έτος 2000.

Ο εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χωρίς να διαφωνεί με την υπό αναφορά πρόταση νόμου, δήλωσε ότι το θέμα καλύπτεται από τον περί Δικαστηρίων Νόμο. Περαιτέρω, υπέβαλε ορισμένες εισηγήσεις για βελτίωση των διατάξεών της.

Με την πιο πάνω θέση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συμφώνησαν και οι εκπρόσωποι της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ.

Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ, θεωρώντας ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί για επιτάχυνση των διαδικασιών εξέτασης και εκδίκασης των αιτήσεων ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου είναι ανεπαρκή, συμφώνησαν με τις πρόνοιες της υπό συζήτηση πρότασης νόμου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη της όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε ομόφωνα να τροποποιήσει το κείμενο της πρότασης νόμου ως ακολούθως:

1. Ο τόκος με τον οποίο θα επιβαρύνεται κάθε απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε σχέση με αιτήσεις για αποπληρωμή χρεών θα ισούται με το ύψος του εκάστοτε επιτοκίου που προβλέπεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο ετησίως, από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης, αντί με 8%ֹ και

2. έχει περιληφθεί επιφύλαξη σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αποφασίσει ότι η απόλυση οφείλεται σε λόγους πλεονασμού, επιδικάζει τον πιο πάνω αναφερόμενο τόκο από την εκατοστή ογδοηκοστή τέταρτη ημέρα μετά την ημερομηνία απόλυσης μέχρι την πλήρη εξόφληση του ποσού της απόφασης του δικαστηρίου.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση σε νόμο της υπό αναφορά πρότασης νόμου όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος της, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2001».

18 Δεκεμβρίου 2001

 

 

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων