Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Ασφαλίσεων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2001»

Παρόντες:

Άντρος Κυπριανού, πρόεδρος Νίκος Πιττοκοπίτης
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Αντιγόνη Παπαδοπούλου
Ανδρέας Παπαπολυβίου Γιώργος Βαρνάβα
Ζαχαρίας Ζαχαρίου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τρεις συνεδριάσεις της που πραγματοποιήθηκαν στις 18 και 25 Οκτωβρίου και την 1η Νοεμβρίου του 2001. Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου αυτού κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων), του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ-ΕΚΥΣΥ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ, της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ. Οι εκπρόσωποι της ΠΑΣΥΔΥ, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής.

Σκοπός του υπό αναφορά νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση της περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων νομοθεσίας, ώστε να επιτρέπεται η ταυτόχρονη πληρωμή σε χήρες ασφαλισμένες τόσο της σύνταξης χηρείας όσο και της σύνταξης γήρατος ή ανικανότητας και αναπηρίας ανάλογα με την περίπτωση. Επιπλέον, με το υπό αναφορά νομοσχέδιο καταργούνται οι διατάξεις εκείνες της υφιστάμενης νομοθεσίας, οι οποίες περιέχουν χαριστικές ρυθμίσεις και προβλέπουν την αύξηση στα ποσά της σύνταξης γήρατος ή ανικανότητας στις περιπτώσεις που διακόπτεται η πληρωμή της σύνταξης χηρείας, αφού με το σημερινό νομικό καθεστώς δεν επιτρέπεται η πληρωμή διπλής σύνταξης. Περαιτέρω, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο εισάγεται πρόνοια η οποία βελτιώνει νομοτεχνικά τη διατύπωση υφιστάμενης διάταξης, αναφορικά με τις περιπτώσεις καταβολής δύο συμπληρωματικών συντάξεων, βάσει της οποίας περιορίζεται το ολικό ποσό τους στο ποσό που θα εδικαιούτο η ασφαλισμένη χήρα αν καταβάλλονταν προς όφελος της ίδιας ή του συζύγου της εισφορές πάνω στο ανώτατο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο θα έχει αναδρομική έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου 2001.

Οι εκπρόσωποι του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέφεραν ενώπιον της επιτροπής ότι η τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας κρίθηκε σκόπιμη λόγω της έκδοσης απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο με ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 1999 σύμφωνα με την οποία το εδάφιο (1) του υφιστάμενου άρθρου 61 της εν λόγω νομοθεσίας που αναφέρεται στο διπλό δικαίωμα για καταβολή των συντάξεων γήρατος και χηρείας είναι αντισυνταγματικό, γιατί παραβιάζει την αρχή της ισότητας κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος.

Με την πιο πάνω απόφαση, όπως επισήμαναν οι ίδιοι εκπρόσωποι, επηρεάζεται η όλη δομή των παροχών του Σχεδίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και με την εφαρμογή της πρέπει να τύχουν τροποποίησης και οι διατάξεις εκείνες της νομοθεσίας που επηρεάζονται.

Περαιτέρω, οι πιο πάνω εκπρόσωποι τόνισαν ότι για σκοπούς ίσης μεταχείρισης όλων των συνταξιούχων του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από πρόταση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποφάσισε ότι η διαδικασία που εφαρμόζεται για κάθε νέα αίτηση για σύνταξη γήρατος ή χηρείας μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου πρέπει να επεκταθεί από 1.1.2001 και στις χήρες των οποίων η αίτηση απορρίφθηκε πριν από την έκδοση της πιο πάνω απόφασης και έτσι να δικαιούνται και αυτές στην ταυτόχρονη πληρωμή των συντάξεων αυτών.

Σύμφωνα με τους ίδιους πιο πάνω εκπροσώπους, ο αριθμός των δικαιούχων χηρών υπολογίζεται στις τρεις χιλιάδες περίπου και η πρόσθετη δαπάνη για το 2001 υπολογίζεται γύρω στα £5.5 εκατομμύρια περίπου. Όπως επίσης επισήμαναν οι ίδιοι, σύμφωνα με εκτίμηση του αναλογιστή του Σχεδίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η πρόσθετη δαπάνη μπορεί να καλυφθεί από τα περιθώρια ασφάλειας του αποθεματικού του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, νοουμένου ότι η πληρωμή των δύο συντάξεων δε θα καλύψει περιόδους πριν από την 1.1.2001, γι’ αυτό και οι διατάξεις του νομοσχεδίου προτείνεται να τεθούν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2001.

Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ-ΕΚΥΣΥ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ δήλωσαν ότι συμφωνούν με τις πρόνοιες του υπό αναφορά νομοσχεδίου επισημαίνοντας ότι για σκοπούς ισότητας θα πρέπει η διπλή σύνταξη να καταβληθεί από τις 19 Ιανουαρίου 1999, ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου αντί από την 1η Ιανουαρίου 2001. Ο εκπρόσωπος της ΣΕΚ, χωρίς να διαφωνεί με την πιο πάνω επισήμανση, εξέφρασε τον προβληματισμό του κατά πόσο μελλοντικά το αποθεματικό του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα αντιμετωπίσει πρόβλημα όσον αφορά τα περιθώρια ασφάλειάς του.

Οι εκπρόσωποι της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ δήλωσαν ότι ως θέμα αρχής, λαμβανομένης υπόψη και της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου, συμφωνούν με την ταυτόχρονη πληρωμή των δύο συντάξεων, διαφωνούν όμως με το περιεχόμενο του παρόντος νομοσχεδίου, όπως κατατέθηκε από την κυβέρνηση. Ειδικότερα, ανέφεραν ότι σε παλαιότερες συνεδρίες που έγιναν μεταξύ των κοινωνικών εταίρων στο Συμβούλιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχαν κληθεί να τοποθετηθούν επί ενός άλλου προσχεδίου νομοσχεδίου, στο οποίο προβλέπονταν ορισμένα περιοριστικά μέτρα και ειδικότερα ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες οι υποψήφιες δικαιούχες της διπλής σύνταξης έπρεπε να πληρούν, για να τους καταβληθούν οι εν λόγω συντάξεις. Περαιτέρω, οι ίδιοι εκπρόσωποι διαφώνησαν με την εισήγηση που έγινε από πλευράς των συντεχνιών για καταβολή της διπλής σύνταξης από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου για το λόγο ότι αυτό θα συνεπάγεται επιπλέον κόστος το οποίο συνυπολογιζόμενο με τη δαπάνη για το 2001 θα ανέλθει περίπου στα £10 εκατομμύρια. Επιπλέον, οι ίδιοι εκπρόσωποι επισήμαναν ότι κάθε πρόσθετη δαπάνη και παροχή συνεπάγεται αύξηση των εισφορών τις οποίες η εργοδοτική πλευρά δεν είναι σε θέση να καταβάλει.

Η επιτροπή, στην πορεία μελέτης του υπό αναφορά νομοσχεδίου, με επιστολή της ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2001 ζήτησε τις απόψεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφορικά με το αν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας από το γεγονός ότι η πληρωμή των δύο συντάξεων στις χήρες δε θα καταβληθεί αναδρομικά από τις 19 Ιανουαρίου 1999, ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου, αλλά από την 1η Ιανουαρίου 2001.

Εκπρόσωπος του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που παρέστη ενώπιον της επιτροπής δήλωσε σχετικά ότι δεν υφίσταται οποιασδήποτε μορφής διάκριση μεταξύ των δικαιούχων συνταξιούχων χηρών, αφού με την πρόνοια για αναδρομική έναρξη ισχύος του υπό αναφορά νομοσχεδίου από την 1η Ιανουαρίου 2001 επιτυγχάνεται η ενιαία αντιμετώπιση όλων των χηρών που είναι δικαιούχες, ανεξάρτητα αν προσέφυγαν ή όχι στη δικαιοσύνη. Ειδικότερα, όπως ανέφερε ο πιο πάνω εκπρόσωπος, με την έκδοση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου και μέχρι να τροποποιηθεί η υφιστάμενη νομοθεσία, οι αρμόδιες υπηρεσίες για σκοπούς συμμόρφωσης με την απόφαση αυτή εφαρμόζουν την εν λόγω νομοθεσία, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις του επίμαχου άρθρου που κρίθηκε ως αντισυνταγματικό. Οι αρμόδιες υπηρεσίες, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν υποχρέωση να επανεξετάσουν τις αιτήσεις που απορρίφθηκαν πριν από την έκδοση της εν λόγω απόφασης, επειδή η νομολογία δεν αποτελεί νέο στοιχείο. Βάσει όμως του προτεινόμενου νομοσχεδίου, όπως επισήμανε ο πιο πάνω εκπρόσωπος, καθορίζεται μια ημερομηνία ως χαριστική και συγκεκριμένα η 1η Ιανουαρίου 2001, ώστε να καλύψει όλες τις περιπτώσεις χηρών που είναι δικαιούχες διπλής σύνταξης. Ολοκληρώνοντας, ο ίδιος εκπρόσωπος δήλωσε ότι σύμφωνα με την πιο πάνω ενιαία ρύθμιση αίρεται οποιαδήποτε αδικία, αφού θα γίνονται αποδεκτές όχι μόνο οι νέες αιτήσεις που υποβάλλονται για πρώτη φορά μετά την έκδοση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου, αλλά και όλες οι αιτήσεις που είχαν υποβληθεί και απορρίφθηκαν πριν από την έκδοση της εν λόγω απόφασης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα εκτέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του υπό αναφορά νομοσχεδίου σε νόμο επισημαίνοντας όμως παράλληλα την ύπαρξη αδικίας για τις χιλιάδες δικαιούχες ασφαλισμένες χήρες που για χρόνια στερήθηκαν το δικαίωμα της διπλής σύνταξης.

Ο Πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις επισημαίνουν επιπλέον την ύπαρξη διάκρισης που υφίσταται μεταξύ των δικαιούχων ασφαλισμένων χηρών που έλαβαν ήδη τη διπλή σύνταξη από το 1999 μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου και όσων θα την λάβουν από την 1η Ιανουαρίου 2001, όπως προβλέπεται στο πιο πάνω νομοσχέδιο. Υπό το φως της επισήμανσης αυτής, οι ίδιοι βουλευτές καλούν το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και μέσα από τις διαδικασίες του Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων να προβούν στις αναγκαίες διαβουλεύσεις με στόχο να εξευρεθεί τρόπος αντιμετώπισης της διάκρισης αυτής.

 

13 Νοεμβρίου 2001

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων