Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Οικονομικών και Προϋπολογισμού και Συγκοινωνιών και Έργων για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Αεροδρομίων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2001»

Παρόντες:

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού Συγκοινωνιών και Έργων
Μάρκος Κυπριανού, πρόεδρος Νίκος Πιττοκοπίτης, πρόεδρος
Άριστος Χρυσοστόμου Ζαχαρίας Κουλίας
Τάσσος Παπαδόπουλος Θάσος Μιχαηλίδης
Γιώργος Λιλλήκας Γιώργος Χατζηγεωργίου
Σταύρος Ευαγόρου Κυριάκος Τυρίμος
Σωτηρούλα Χαραλάμπους Ανδρέας Παπαπολυβίου
Γιάννος Λαμάρης Γεώργιος Γεωργίου
Παναγιώτης Δημητρίου Γεώργιος Τάσου
Πρόδρομος Προδρόμου Γιώργος Βαρνάβα
Ρίκκος Ερωτοκρίτου  
Μαρία Κυριακού Μη μέλη των επιτροπών:
  Δημήτρης Συλλούρης

Οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Οικονομικών και Προϋπολογισμού και Συγκοινωνιών και Έργων εξέτασαν από κοινού το πιο πάνω νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριών τους που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 25 Ιουνίου 2001 και 2 Οκτωβρίου 2001.

Στο στάδιο της εξέτασης του υπό αναφορά νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον των δύο επιτροπών ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Γραφείου Προγραμματισμού, του ΚΕΒΕ, της ΟΕΒ και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΑΣΥΔΥ, ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ.

Σκοπός του υπό αναφορά νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Αεροδρομίων Νόμου, ώστε να δοθεί η εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο να εκμισθώνει οποιοδήποτε αεροδρόμιο ή να αναθέτει σε οποιοδήποτε πρόσωπο την κατασκευή, διαχείριση, ανάπτυξη, επέκταση, μετατροπή, διεύθυνση ή λειτουργία του.

Όπως είναι γνωστό, το θέμα της ανάπτυξης των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου είχε απασχολήσει και τις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Οικονομικών και Προϋπολογισμού και Συγκοινωνιών και Έργων της απελθούσης Βουλής. Στο τότε στάδιο και οι δύο επιτροπές είχαν συζητήσει σε έκταση τον τρόπο χρηματοδότησης της κατασκευής και της διαχείρισης των έργων αυτών, με την ευκαιρία ζητούμενων από μέρους της κυβέρνησης πιστώσεων για την αμοιβή των εμπειρογνωμόνων που είχαν επιλεγεί για την ετοιμασία μελέτης για αυτονόμηση της διαχείρισης των δύο αεροδρομίων. Με τη διαφωνία των βουλευτών μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, οι δύο επιτροπές είχαν αποφασίσει ότι η καταλληλότερη για το σκοπό αυτό μέθοδος ήταν αυτή της κατασκευής-διαχείρισης-μεταφοράς, γνωστής ευρύτερα ως Β.Ο.Τ. (Build-Operate-Transfer).

Οι δύο επιτροπές είχαν κατά πλειοψηφία ταχθεί υπέρ της επιλογής της πιο πάνω μεθόδου, απόφαση που γνωστοποιήθηκε στην κυβέρνηση με επιστολή του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού, ημερομηνίας 21ης Ιουνίου 2000, δεν είχαν όμως άρει τις επιφυλάξεις τους ως προς επιμέρους ζητήματα που άπτονται του όλου θέματος και ιδιαίτερα σε σχέση με το απαιτούμενο νομικό πλαίσιο, τις λεπτομέρειες και τους όρους του συμβολαίου που θα καταρτιστεί για την ανάθεση της επέκτασης και διαχείρισης των δύο αεροδρομίων από στρατηγικό επενδυτή.

Ειδικότερα, οι εν λόγω προβληματισμοί που διαβιβάστηκαν στην κυβέρνηση αφορούσαν τα ακόλουθα σημεία:

1. Τη διατήρηση από το κράτος της ιδιοκτησίας των εγκαταστάσεων.

2. Τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του επηρεαζόμενου προσωπικού.

3. Τη διασφάλιση της συνεχούς και επαρκούς συντήρησης των εγκαταστάσεων από τον επενδυτή.

4. Τη διατήρηση ψηλού επιπέδου και του τρόπου ελέγχου της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών.

5. Τον τρόπο καθορισμού και επιβολής τελών και δικαιωμάτων από το διαχειριστή.

6. Τη χρονική διάρκεια του συμβολαίου μεταξύ κυβέρνησης και κατασκευαστή/ διαχειριστή.

7. Τον τρόπο αντιμετώπισης των οποιωνδήποτε μελλοντικών αναγκών για νέες επεκτάσεις και επενδύσεις, διαρκούντων των σχετικών συμβολαίων.

Στο μεταξύ και μέχρι της κατάθεσης στη Βουλή τού υπό συζήτηση νομοσχεδίου, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων, ανταποκρινόμενος σε προηγούμενη δέσμευσή του, κατέθεσε στη Βουλή όλα τα έγγραφα και άλλα στοιχεία που έκρινε αναγκαία για ενημέρωση των μελών του σώματος σχετικά με την πορεία των διαδικασιών προεπιλογής των ενδιαφερόμενων επενδυτών. Στις 14 Ιουνίου 2001 κατατέθηκε στη Βουλή το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, η ψήφιση του οποίου σε νόμο είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η ανάθεση της κατασκευής των δύο έργων σε στρατηγικό επενδυτή με τη μέθοδο Β.Ο.Τ.

Οι δύο επιτροπές, στα πλαίσια της εξέτασης του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν για τις διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ των αρμοδίων και των ενδιαφερόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων στη βάση των προβληματισμών και των αμφιβολιών που είχαν εκφραστεί σχετικά με τη διασφάλιση του εργασιακού καθεστώτος των υπαλλήλων και άλλων εργαζομένων στα αεροδρόμια, όταν ο στρατηγικός επενδυτής θα αναλάβει τη διαχείρισή τους.

Στο στάδιο της μελέτης του όλου θέματος ενώπιον των δύο επιτροπών και αφού μεσολάβησαν τα γνωστά γεγονότα στις Ηνωμένες Πολιτείες το μέλος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού και Πρόεδρος του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών κ. Γιαννάκης Ομήρου απέστειλε στις δύο επιτροπές, κατά την ορισθείσα προς συζήτηση του υπό αναφορά νομοσχεδίου συνεδρία, γραπτή σχετική δήλωση με την οποία ζητούσε την αναβολή λήψης απόφασης σε σχέση με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο. Ως λόγους για το αίτημά του αυτό ο κ. Γιαννάκης Ομήρου προέβαλε κυρίως τη μεγάλη διεθνή πολιτική αβεβαιότητα και την επικείμενη διεθνή οικονομική ύφεση λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης στις ΗΠΑ, εξελίξεις που είναι δυνατό να οδηγήσουν τους προσφοροδότες στην υποβολή λιγότερο ευνοϊκών για το κράτος προσφορών. Αναφέροντας τα πιο πάνω, ο κ. Γιαννάκης Ομήρου δήλωσε επίσης ότι η ζητούμενη αναβολή λήψης απόφασης δεν επηρεάζει τη θετική αντιμετώπιση που είχε ήδη εκφραστεί από μέρους του κόμματός του σχετικά με την ανάληψη της επέκτασης των δύο αεροδρομίων διά της μεθόδου Β.Ο.Τ.

Καταθέτοντας ενώπιον των δύο επιτροπών, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων υποστήριξε την ψήφιση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου σε νόμο, δηλώνοντας ότι η μέθοδος Β.Ο.Τ. χρησιμοποιείται ευρέως ανά το παγκόσμιο και έχει εφαρμοστεί για την ανάπτυξη λιμανιών, οδικών δικτύων, για την κατασκευή δημόσιων κτιρίων και αλλού και με κανένα τρόπο δε συναρτάται με τις ιδιωτικοποιήσεις ζωτικών τομέων της οικονομίας, αλλά αντίθετα συνιστά μέθοδο “κρατικοποίησης ιδιωτικού κεφαλαίου”. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι η κυβέρνηση, με βάση τα σημερινά έσοδα του κράτους, αδυνατεί να προχωρήσει η ίδια στην κατασκευή των δύο αυτών έργων χωρίς να πληγεί αρνητικά το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, αφού το κόστος κατασκευής των δύο αυτών έργων υπολογίζεται να ανέλθει περίπου στα £200 εκατομ. Αν αυτό αναληφθεί από το κράτος, θα έχει ως συνέπεια την απόκλιση από τους δείκτες του Μάαστριχτ με αρνητικότατες συνέπειες στην ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου. Ανέφερε επίσης το χρονοδιάγραμμα αποπεράτωσης των δύο έργων, που είναι για το αεροδρόμιο της Πάφου το τέλος του 2003-η αρχή του 2004, ενώ για το αεροδρόμιο Λάρνακας το τέλος του 2004-η αρχή του 2005.

Τέλος, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων δεσμεύτηκε να καταθέσει το σχετικό συμβόλαιο στη Βουλή, όταν αυτό θα καταρτιστεί και πριν από την υπογραφή του από τον επενδυτή που θα επιλεγεί.

Οι προϋποθέσεις που η ίδια η Βουλή έθεσε στην κυβέρνηση, για να δώσει τη συγκατάθεσή της για ανάθεση της κατασκευής και διαχείρισης των δύο αεροδρομίων από στρατηγικό επενδυτή και τις οποίες η κυβέρνηση αποδέχθηκε και δεσμεύτηκε να τις περιλάβει στους όρους των συμβολαίων που θα υπογραφούν από τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι οι ακόλουθες:

α. Η ιδιοκτησία των δύο αεροδρομίων να παραμείνει στο κράτος.

β. Ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας, τα τελωνεία, ο υγειονομικός έλεγχος, η ασφάλεια, θέματα μετανάστευσης, καθώς και άλλοι τομείς, όπως είναι η μετεωρολογία, οι οποίοι και σήμερα βρίσκονται υπό την ευθύνη του κράτους, να συνεχίσουν να βρίσκονται κάτω από τον ίδιο έλεγχο. Ειδικότερα, όσον αφορά το θέμα της κρατικής ασφάλειας, είναι δυνατό να τεθούν στο στρατηγικό επενδυτή που θα επιλεγεί συγκεκριμένοι όροι, με βάση τους οποίους δε θα του επιτρέπεται να συνάψει συμμαχίες με συγκεκριμένα μέρη.

γ. Αναφορικά με τις δεσμεύσεις που θα έχει ο επενδυτής έναντι των εργαζομένων και των κεκτημένων δικαιωμάτων τους σύμφωνα με γραπτή δέσμευση της κυβέρνησης προς τις συντεχνίες, θα ισχύσουν τα εξής:

- Οι εργαζόμενοι υπό τη διοίκηση του επενδυτή θα συνεχίσουν να εργάζονται στη θέση που υπηρετούν σήμερα. Ο επενδυτής θα έχει υποχρέωση να υπογράψει τις ίδιες (ή και καλύτερες για τους εργαζομένους) συλλογικές συμβάσεις με αυτές που ισχύουν σήμερα.

- Όσοι από τους εργαζομένους δεν επιθυμούν να συνεχίσουν να εργοδοτούνται στους δύο αερολιμένες θα έχουν τις ακόλουθες δύο επιλογές:

· Θα έχουν το δικαίωμα να αφυπηρετήσουν πρόωρα και να αποζημιωθούν, με βάση σχέδιο που θα συμφωνηθεί μεταξύ της κυβέρνησης, των συντεχνιών και του επενδυτή. ή

· θα έχουν το δικαίωμα να εργοδοτηθούν σε οποιοδήποτε άλλο κυβερνητικό τμήμα.

Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΑΣΥΔΥ, ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ διαφώνησαν με τις πρόνοιες του προτεινόμενου νομοσχεδίου και τάχθηκαν ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης για ανάθεση της ανάπτυξης και της εν γένει διαχείρισης των κυπριακών αεροδρομίων σε στρατηγικό επενδυτή με τη μέθοδο Β.Ο.Τ., αφού, κατά τη γνώμη τους, αυτή παρουσιάζει σειρά σοβαρών μειονεκτημάτων, κυριότερο των οποίων θεωρούν την απώλεια κρατικών εσόδων που προκύπτουν σήμερα από τα εισπρακτέα τέλη για υπηρεσίες αεροδρομίων.

Αντίθετα, οι εκπρόσωποι του ΚΕΒΕ και της ΟΕΒ τάχθηκαν υπέρ της ανάπτυξης και διαχείρισης των κρατικών αερολιμένων με τη μέθοδο Β.Ο.Τ., αφού ο τρόπος αυτός οδηγεί στον εκσυγχρονισμό και την εναρμόνιση με διεθνώς καθιερωμένη αρχή και πρακτική, χωρίς να αποκλείει τη διαβούλευση μεταξύ κυβέρνησης και εργαζομένων για διασφάλιση των δικαιωμάτων τους.

Οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Οικονομικών και Προϋπολογισμού και Συγκοινωνιών και Έργων, υπό το φως όλων των κατατεθέντων στοιχείων και της διεξαχθείσας ενώπιόν τους συζήτησης, κατά πλειοψηφία των μελών τους βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, διαφωνώντας με την εισήγηση του Προέδρου του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών για αναβολή λήψης απόφασης στο παρόν στάδιο, τάχθηκαν υπέρ της ψήφισης του υπό αναφορά νομοσχεδίου σε νόμο.

Αναλύοντας ειδικότερα τη θέση της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, το μέλος της και πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Συγκοινωνιών και Έργων κ. Νίκος Πιττοκοπίτης ανέφερε τα ακόλουθα:

i. Η κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος δεν μπορεί να μην επικρίνει την κυβέρνηση για το γεγονός ότι ενώ για αρκετά χρόνια είχε έτοιμες μελέτες και κατασκευαστικά σχέδια για τα αεροδρόμια, καθώς και έγκριση των σχετικών κονδυλίων από τη Βουλή, δεν προχώρησε στην κατασκευή σύγχρονων αερολιμένων που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οικονομίας και της Κύπρου γενικότερα, με αποτέλεσμα να φτάσουμε σήμερα στην ανάγκη για την προτεινόμενη ρύθμιση.

ii. Η κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος, αφού έλαβε υπόψη ότι με τα πιο πάνω δεδομένα η Κύπρος θα εξακολουθήσει να στερείται για πολλά χρόνια σύγχρονων αερολιμένων και αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η κυβέρνηση αποδέχθηκε να περιλάβει στους όρους των σχετικών συμβολαίων το ότι ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας, τα τελωνεία, ο υγειονομικός έλεγχος, η ασφάλεια και άλλοι τομείς ζωτικής σημασίας θα συνεχίσουν να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο του κράτους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανάληψη της επέκτασης των δύο αεροδρομίων διά της μεθόδου Β.Ο.Τ. είναι η πλέον ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις ρύθμιση.

iii. Με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι μέσα από τις διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ κυβέρνησης και συνδικαλιστικών οργανώσεων έχει διασφαλιστεί πλήρως το εργασιακό καθεστώς όλων των εργαζομένων στους δύο αερολιμένες, η κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος αποφάσισε να υποστηρίξει την ψήφιση του νομοσχεδίου, υπό την αίρεση όμως ότι οι σχετικές προσφορές δε θα προκηρυχθούν πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους.

Τα μέλη των επιτροπών βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις αρχικά τάχθηκαν υπέρ της αναβολής λήψης απόφασης σε σχέση με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, υιοθετώντας την εισήγηση του Προέδρου του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών, όπως αυτή έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω, και κρίνοντάς την ως λογική και τεκμηριωμένη και ακολούθως τάχθηκαν ενάντια στην ψήφιση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου σε νόμο, για τους λόγους που θα εκθέσουν εκτενώς στην ολομέλεια του σώματος και οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως:

1. Η ανάληψη της επέκτασης και διαχείρισης των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου από στρατηγικό επενδυτή δε συνιστά την ιδανικότερη λύση σε ένα κράτος ημικατεχόμενο.

2. Το γεγονός ότι η κυπριακή οικονομία στηρίζεται κατ’ αποκλειστικότητα στον τουρισμό συνηγορεί στο να παραμείνει η διαχείριση των δύο αερολιμένων αποκλειστικά στο κράτος.

3. Δεν αποτελεί άλλοθι για τη σημερινή κυβέρνηση ο ισχυρισμός ότι η κατασκευή των δύο αεροδρομίων από το κράτος θα διευρύνει το δημοσιονομικό έλλειμμα, με κίνδυνο απόκλισης από τα κριτήρια του Μάαστριχτ, αφού υπήρχαν έτοιμα κατασκευαστικά σχέδια από το 1993, τα οποία, αν χρησιμοποιούνταν, θα είχαν ως αποτέλεσμα το κράτος να έχει σήμερα νέους αερολιμένες, με κόστος μισό του σημερινού.

4. Θα υπάρξει ο κίνδυνος προσπορισμού κέρδους από μέρους του επενδυτή (με την κατασκευή κτιριακών εγκαταστάσεων κατώτερων ποιοτικά από τα πρότυπα και τις απαιτήσεις που θα είχε το κράτος, αν αναλάμβανε το ίδιο τα έργα αυτά).

5. Το κράτος, παραχωρώντας τη διαχείριση των δύο αεροδρομίων σε επενδυτή, θα απωλέσει έσοδα της τάξης των £20 εκατομ. ετησίως.

Το μέλος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Συγκοινωνιών και Έργων βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών κ. Γιώργος Βαρνάβας δήλωσε πως το κόμμα του, υπό το φως και της σχετικής δήλωσης του Προέδρου του κ. Γιαννάκη Ομήρου, η οποία στάλθηκε στις δύο επιτροπές και η οποία αναφέρεται στην παρούσα έκθεση, επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί στα πλαίσια της συζήτησης του νομοσχεδίου στην ολομέλεια της Βουλής.

 

17 Οκτωβρίου 2001

 

 

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων