Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών για το θέμα που τιτλοφορείται «Οι ενδεχόμενες ζημιές που υφίσταται το δημόσιο από τον τρόπο που χειρίζεται η κυβέρνηση τα στοιχεία των εταιρειών πετρελαιοειδών για το βαρετό μαζούτ»

Παρόντες:

Xρήστος Πουργουρίδης, πρόεδρος

Ζαχαρίας Κουλίας

Πρόδρομος Προδρόμου Ηλίας Μυριάνθους

 

Στέλιος Γερασίμου

 

Αριστοφάνης Γεωργίου

Μη μέλη της επιτροπής:

Κίκης Γιάγκου

Ρίκκος Ερωτοκρίτου

Τάκης Χατζηγεωργίου

 

Μάριος Ματσάκης

 

Νίκος Κλεάνθους

 

 

Α. Ιστορικό του θέματος

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών εξέτασε το υπό αναφορά θέμα σε έξι συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στις 8 και 29 Ιουνίου, στις 2 Νοεμβρίου, στις 7 και 14 Δεκεμβρίου και στις 18 Ιανουαρίου του 2001.

Παρόμοιο θέμα με τίτλο «α. Η παραβίαση του Νόμου του 1965 (Η Συμφωνία για Συμμετέχουσες Εταιρείες Πετρελαίου στο Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου) και β. Η άσκηση από μέλη συμβουλίων ημικρατικών οργανισμών και διορισμένων συμβούλων και εταιρειών δημόσιου δικαίου ασυμβίβαστων δραστηριοτήτων κατά παράβαση των νόμων και της δεοντολογίας» είχε απασχολήσει την επιτροπή και στο παρελθόν σε δύο συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στις 20 Μαΐου και στις 8 Ιουλίου 1999.

Στα πλαίσια της εξέτασης των θεμάτων αυτών, που ενεγράφησαν μετά από πρόταση του μέλους της επιτροπής κ. Κίκη Γιάγκου, κλήθηκαν και παρέστησαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και εκπρόσωποι των Υπουργείων Οικονομικών και Συγκοινωνιών και Έργων (Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας), του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας, καθώς επίσης και εκπρόσωποι της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ), του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου και των εταιρειών πετρελαιοειδών.

Β. Εισαγωγή του θέματος

Σύμφωνα με τον εισηγητή των δύο θεμάτων, η εγγραφή τους κρίθηκε αναγκαία για να μελετηθούν από την επιτροπή δύο βασικές και άλλες επιμέρους πτυχές του κεφαλαίου των πετρελαιοειδών που αφορούν η πρώτη το σύστημα καθορισμού και ελέγχου των τιμών των πετρελαιοειδών στην Κύπρο, το γνωστό ως PNBS (Price Negotiations Balance Sheet), και η δεύτερη το θέμα της παράνομης προμήθειας στα πλοία βαριού μαζούτ, παραγωγής του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου, σε χαμηλές τιμές.

Ειδικότερα, με βάση τα στοιχεία που κατέθεσε ο ίδιος εισηγητής ενώπιον της επιτροπής, αναφέρονται τα ακόλουθα:

1. Οι τιμές των πετρελαιοειδών στην Κύπρο καθορίζονται στη βάση του κόστους του αργού πετρελαίου, του κόστους διύλισης, που χρεώνει το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου, των εξόδων εμπορίας (όπως οι μισθοί, τα ενοίκια και η συντήρηση κτιρίων, τα μεταφορικά, οι φόροι, οι ασφάλειες, οι χρεώσεις των τραπεζών, η απόσβεση των κεφαλαίων κ.ά.), της αποδοτικότητας του κεφαλαίου -που ανέρχεται στο 12%- και των τόκων για δάνεια που πληρώνουν οι εταιρείες πετρελαιοειδών. Οι τιμές των πετρελαιοειδών που ισχύουν στην Κύπρο και που καθορίζονται κατά καιρούς, με βάση σχετικούς κανονισμούς για την αναπροσαρμογή της λιανικής τιμής πώλησής τους, δεν είναι αντιπροσωπευτικές του σχετικού κόστους, αλλά επιδοτούνται ουσιαστικά από τη βενζίνη. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι εταιρείες πετρελαιοειδών πραγματοποιούν κέρδη πέραν του 12%, τα πρώτα 3,5 σεντ το λίτρο από το πλεόνασμα αυτό διοχετεύονται στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (για επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος προς όφελος του καταναλωτή) και τα υπόλοιπα στο Ταμείο Αμυντικής Θωράκισης της Δημοκρατίας, με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας του 1986 για την επιβολή πρόσθετου φόρου στα πετρελαιοειδή.

Τα πιο πάνω στοιχεία, που υποβάλλονται από τις εταιρείες πετρελαιοειδών στα πλαίσια καθορισμού του κέρδους του 12%, δεν υπόκεινται στην ουσία σε κανένα έλεγχο από τις αρμόδιες κρατικές αρχές, με αποτέλεσμα οι εταιρείες πετρελαιοειδών να δηλώνουν πολλές φορές υπέρογκα έξοδα, όπως π.χ. πολύ ψηλά έξοδα για μισθούς, που πολλές φορές είναι τριπλάσιοι από τους μισθούς των υπουργών, καθώς και για το κόστος μεταφοράς των προϊόντων αυτών, με επακόλουθο ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας, όταν ερευνά, να διαφωνεί με τους υπολογισμούς των εταιρειών πετρελαιοειδών και οι τελευταίες να πραγματοποιούν ανεξέλεγκτα κέρδη από την εμπορία των πετρελαιοειδών.

Αναφέρθηκε συγκεκριμένα περίπτωση μισθοδοσίας εργάτη σε εταιρεία πετρελαιοειδών με δηλωμένο ετήσιο μισθό ύψους £100.000.

2. Η εγκατάσταση από εταιρεία πετρελαιοειδών συστήματος επεξεργασίας και αγωγού για παροχή βαριού μαζούτ, παραγωγής του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου, στα πλοία για σκοπούς πετρέλευσης σε χαμηλές τιμές, αντί τα καύσιμα αυτά να διατίθενται προς όφελος της ΑΗΚ ή της βιομηχανίας τσιμέντου ή άλλων κοινωφελών οργανισμών και έτσι να επωφελείται σε τελική ανάλυση ο Κύπριος καταναλωτής και η οικονομία του τόπου γενικότερα. Η ενέργεια αυτή είναι παράνομη και ζημιώνει τελικά το κυπριακό δημόσιο και τον Κύπριο φορολογούμενο, που επιδοτεί έμμεσα με τον τρόπο αυτό τις εταιρείες πετρελαιοειδών, αφού ο Κύπριος φορολογούμενος επιχορηγεί τόσο τις ποσότητες καυσίμων που εισάγει η ΑΗΚ, για να συμπληρώσει τις ανάγκες της που δεν μπορεί να ικανοποιήσει το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου, όσο και το βαρύ μαζούτ που εισάγεται σε ψηλές τιμές και διοχετεύεται σε πολυεθνική εταιρεία που κατασκεύασε ειδικό αγωγό έναντι κόστους £1 εκατομ. και που το διαθέτει τελικά για την πετρέλευση των πλοίων σε χαμηλές τιμές. Για την κάλυψη των αναγκών της ντόπιας αγοράς εισάγεται βαρύ μαζούτ της τάξης των 500 000 μετρικών τόνων το χρόνο περίπου σε τιμή £15 - 20 το μετρικό τόνο πιο ακριβά απ ό,τι το παράγει το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου και με τον τρόπο αυτό διασπαθίζονται εκατομμύρια λίρες προς όφελος των πολυεθνικών εταιρειών πετρελαιοειδών. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 1999 η τιμή με την οποία χρέωνε το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου την ΑΗΚ για το βαρύ μαζούτ ήταν 53 σεντ το λίτρο, ενώ η τιμή για τις αντίστοιχες ποσότητες που εισήγαγε η ΑΗΚ ήταν 73 σεντ το λίτρο.

3. Δίδονται παράνομα πετρελαιοειδή στα πλοία, παρά το γεγονός ότι δεν καλύπτονται πρώτα πλήρως οι ντόπιες ανάγκες.

4. Το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου ενοικιάζει από εταιρεία πετρελαιοειδών -μέτοχο στο Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου- δεξαμενή αποθήκευσης ακατέργαστου πετρελαίου έναντι του ποσού των £3 εκατομ. για περίοδο δέκα χρόνων και ταυτόχρονα τα πετρελαιοειδή αυτά εισάγονται με πλοίο ιδιοκτησίας της ίδιας εταιρείας.

5. Επίσης πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου, από την ίδρυσή του, είναι ιδιοκτήτης εταιρείας πετρελαιοειδών που συμμετέχει στο Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου, ενώ ο νομικός σύμβουλος του τελευταίου τυγχάνει να είναι και νομικός σύμβουλος αριθμού εταιρειών πετρελαιοειδών που είναι μέτοχοι στο Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου, κατά παράβαση των νόμων και της δεοντολογίας.

Mε βάση τα πιο πάνω στοιχεία, ο εισηγητής του θέματος εισηγήθηκε τη σφαιρική εξέταση τόσο του όλου συστήματος τιμολόγησης των πετρελαιοειδών όσο και του θέματος της πετρέλευσης των πλοίων από άποψη νομιμότητας και εθνικής οικονομίας.

Γ. Απόψεις που εκφράστηκαν

1. Θέσεις της κυβέρνησης

Ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού δήλωσε ενώπιον της επιτροπής τα ακόλουθα:

Το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού είναι το αρμόδιο υπουργείο για τη λειτουργία του διυλιστηρίου, για τα θέματα που αφορούν τις εταιρείες πετρελαιοειδών που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, την αναπροσαρμογή των λιανικών τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών και άλλα συναφή θέματα. Το πιο πάνω υπουργείο δεν εμπλέκεται όμως στο όλο σύστημα εμπορίας των πετρελαιοειδών, όπως αυτό καθορίζεται από κάθε εταιρεία.

Η νομιμότητα ή μη της πετρέλευσης των πλοίων από τις εταιρείες πετρελαιοειδών, με τη χορήγηση σ’ αυτά πετρελαιοειδών που διυλίζονται στο Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου, απασχόλησε το αρμόδιο υπουργείο εδώ και χρόνια και γι’ αυτό ζητήθηκε νομική συμβουλή από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Με βάση τη γνωμάτευση του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 8 Ιουνίου 1999, η χορήγηση από τις εταιρείες πετρελαιοειδών καυσίμων σε πλοία που εκτελούν δρομολόγια εξωτερικού δεν αποτελεί εξαγωγή καυσίμων, γιατί το άρθρο 18 του μετά των Συμμετεχουσών Εταιρειών Πετρελαίων Συμφωνίας (Επικυρωτικού) Νόμου του 1965 (Νόμος Αριθμός 42 του 1965, όπως τροποποιήθηκε το 1997) δίνει το δικαίωμα στις εταιρείες αυτές να δίνουν τα καύσιμα αυτά στα πλοία, εφόσον αυτά πλεονάζουν μετά την κάλυψη των ίδιων των αναγκών τους και όχι των αναγκών του τόπου και χωρίς ο τρόπος υπολογισμού των αναγκών αυτών να καθορίζεται μέσα στο σχετικό νόμο.

Επιπρόσθετα, οι εταιρείες πετρελαιοειδών που τροφοδοτούν τα πλοία με τα πλεονάζοντα πετρελαιοειδή τους έχουν δικαίωμα να καθορίζουν οι ίδιες τις τιμές στις οποίες πωλούν τα καύσιμα αυτά, νοουμένου ότι οι τιμές αυτές είναι εύλογες και αγοραίες. Επιπρόσθετα, τα καύσιμα αυτά δεν επιβαρύνονται με εξαγωγικούς δασμούς, σε αντίθεση με τα πετρελαιοειδή που προορίζονται για την ντόπια αγορά για τα οποία είναι υποχρεωτικό από το νόμο (άρθρο 17 της πιο πάνω νομοθεσίας) να καθορίζεται η τιμή πώλησής τους και να επιβαρύνονται με δασμούς και φόρους.

Με βάση την πιο πάνω γνωμάτευση, διευκρινίζεται ότι οι πιο πάνω πρόνοιες ισχύουν και δεσμεύουν τις εταιρείες πετρελαιοειδών Shell, BP, Mobil και ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ -οι οποίες είναι συμμετέχουσες εταιρείες στο Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου- και όχι την ESSO.

Επίσης, με βάση το περιεχόμενο της πιο πάνω γνωμάτευσης, η πετρέλευση των πλοίων δεν αποτελεί εξαγωγή και γι’ αυτό είναι νόμιμη πράξη και πρακτική που ακολουθείται από το 1972, παρά το γεγονός ότι η σχετική πρόνοια του νόμου θα μπορούσε να είναι καλύτερα διατυπωμένη λεκτικά.

Έργο του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου, με βάση το νόμο για τη συμφωνία με τις συμμετέχουσες εταιρείες πετρελαιοειδών του 1965, είναι η διύλιση, έναντι κάποιας αμοιβής, του αργού πετρελαίου που εισάγουν οι εταιρείες πετρελαιοειδών και η παράδοση σ’ αυτές των τελικών προϊόντων. Τα προϊόντα αυτά διατίθενται από τις εταιρείες πετρελαιοειδών στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου για την ικανοποίηση μέρους των αναγκών της, στα πλοία, στα αεροπλάνα, στους καταναλωτές και αλλού. Η τιμή διάθεσης του βαριού μαζούτ στην ΑΗΚ επιδοτείται κατά δεκαεπτά δολάρια ανά μετρικό τόνο περίπου και η πρακτική αυτή θα πρέπει να αλλάξει με την ελευθεροποίηση των τιμών των καυσίμων, στα πλαίσια της εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου με τα προϊόντα που παράγει ικανοποιεί το 70% περίπου των αναγκών του τόπου σε διάφορα καύσιμα. Η αξία των πετρελαιοειδών που πωλούνται σήμερα στην Κύπρο από το σύνολο των εταιρειών είναι περίπου £250 εκατομ.

Η τιμή διάθεσης των πετρελαιοειδών στους καταναλωτές ρυθμίζεται με τους περί Πετρελαιοειδών (Αναπροσαρμογή της Λιανικής Τιμής Πωλήσεως) Νόμους του 1986 έως 2000 και τον περί Επιβολής Πρόσθετου Φόρου επί των Πετρελαιοειδών Νόμο του 1986. Το κέρδος των εταιρειών πετρελαιοειδών είναι 12% επί του κεφαλαίου τους. Το ποσοστό του 12% δεν είναι νομικά θεσμοθετημένο, αλλά αποτελεί περισσότερο ισχύουσα πρακτική και προφορική συμφωνία ή “συμφωνία κυρίων” ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη. Αν υπάρχουν κέρδη πέραν του 12%, τα πρώτα 3,5 σεντ ανά λίτρο διοχετεύονται στην ΑΗΚ για ισομερή επιδότηση όλων των διατιμήσεων κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και τα υπόλοιπα στο Ταμείο Αμυντικής Θωράκισης της Δημοκρατίας. Συνεπώς, αν οι εταιρείες πετρελαιοειδών πραγματοποιήσουν κέρδη πέραν του 12%, συμπεριλαμβανομένων των κερδών από την πετρέλευση των πλοίων, το πλεόνασμα είναι προς όφελος του καταναλωτή, ο οποίος απολαμβάνει επιδοτημένο ηλεκτρικό ρεύμα. Αν όμως οι εταιρείες πετρελαιοειδών απολέσουν τα έσοδα από την πετρέλευση των πλοίων, ο καταναλωτής εξασφαλίζει τελικά καύσιμα σε πιο ψηλή τιμή. Στο 12% δεν συμπεριλαμβάνονται οι πωλήσεις των λιπαντικών και οι προμήθειες στο αεροδρόμιο.

Στο τέλος του 1999 οι εταιρείες πετρελαιοειδών διεκδίκησαν συσσωρευμένες ζημιές της τάξης των £5,8 εκατομ., ενώ το υπουργείο έκανε αποδεκτό το ποσό του £1,5 εκατομ., μετά από σχετική έρευνα.

Η Κύπρος επιβάλλεται να συνεχίσει να προμηθεύει τα πλοία με πετρέλαιο, τόσο για λόγους εθνικής οικονομίας όσο και για σκοπούς διατήρησης του στρατηγικού της ρόλου στη διακίνηση των πλοίων στην περιοχή. Η πολιτική αυτή θεωρείται σημαντική για την προσέλκυση των διερχόμενων από την περιοχή πλοίων, ώστε αυτά να προσεγγίζουν στην Κύπρο. Η Κύπρος διαθέτει για σκοπούς πετρέλευσης των πλοίων το 15% περίπου της ετήσιας παραγωγής του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου, που ισοδυναμεί με 65 000 έως 70 000 μετρικούς τόνους καυσίμων και εισάγει επιπρόσθετα για κάλυψη των αναγκών της δύο εκατομμύρια μετρικούς τόνους πετρελαιοειδών περίπου το χρόνο.

Η πολιτική της κυβέρνησης για το κεφάλαιο των πετρελαιοειδών βρίσκεται στο στάδιο αυτό υπό αναθεώρηση, ενόψει και των ραγδαίων διεθνών εξελίξεων στον τομέα αυτό, και γι’ αυτό αναμένονται σημαντικές αλλαγές που προγραμματίζονται για το τέλος του 2000.

Εκπρόσωπος του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι μέχρι το 1996, όταν έγινε η έκθεση του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, δεν ασκείτο ουσιαστικός έλεγχος στα στοιχεία και στους λογαριασμούς που υπέβαλλαν οι εταιρείες πετρελαιοειδών, αφού τα στοιχεία αυτά γίνονταν αποδεκτά χωρίς κανένα έλεγχο. Σημειώνεται δε ότι ο έλεγχος που ασκείται σήμερα γίνεται από έναν υπάλληλο του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ο οποίος ασκεί και άλλα καθήκοντα.

Επιπρόσθετα προς τις πιο πάνω προφορικές απόψεις του αρμόδιου υπουργού, η επιτροπή ζήτησε, με επιστολή της, ημερομηνίας 7 Σεπτεμβρίου 1999, και πήρε τις γραπτές θέσεις του αρμόδιου υπουργείου για τα παρακάτω δύο βασικά ερωτήματα που προέκυψαν στα πλαίσια της συζήτησης των υπό αναφορά θεμάτων:

α. Κατά πόσο είναι προς το συμφέρον της οικονομίας και του τόπου γενικότερα όλη η παραγωγή του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου σε μαζούτ να χορηγείται στην ΑΗΚ  και

β. πώς καθορίζονται οι τιμές των πετρελαιοειδών, με βάση ποιους συντελεστές, σύμφωνα με το σύστημα ΡΝΒS, και πώς κατανέμονται στη συνέχεια τα τυχόν κέρδη στην ΑΗΚ και στο Ταμείο Αμυντικής Θωράκισης της Δημοκρατίας.

Με βάση τη γραπτή απάντηση του αρμόδιου υπουργείου προς την επιτροπή, ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 1999:

α. Το 1998 πωλήθηκε στα πλοία βαρύ μαζούτ της τάξης του 62 491 μετρικών τόνων προς £41,02 ανά μετρικό τόνο. Το βαρύ αυτό μαζούτ, το οποίο είναι προϊόν πρόσμιξης ΗFO (87%) και κεροζίνης (13%), θα μπορούσε να δώσει 54 367 τόνους HF0, το οποίο θα μπορούσε να διατεθεί στην ΑΗΚ προς £29,60 ανά μετρικό τόνο και η υπόλοιπη ποσότητα των 8 123 μετρικών τόνων ή ποσοστό 13% θα μπορούσε να διατεθεί στις Κυπριακές Αερογραμμές προς £82,42 ανά μετρικό τόνο.

Η μέση τιμή διάθεσης για τα δύο πιο πάνω προϊόντα είναι £36,46 ανά μετρικό τόνο.

Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα για το 1998, αν όλη η ποσότητα του μαζούτ δινόταν στην ΑΗΚ, θα εξοικονομούνταν £284.959. Σε τελική όμως ανάλυση θα επιβάρυνόταν ο Κύπριος καταναλωτής, αφού θα περιλαμβάνονταν στο Price Negotiations Balance Sheet (PNBS) που ισχύει για τις εταιρείες πετρελαιοειδών και επιπρόσθετα πολλά ξένα πλοία δε θα προσέγγιζαν στα λιμάνια μας, είτε εξαιτίας της αδυναμίας της Κύπρου να τα προμηθεύσει με καύσιμα είτε εξαιτίας των πολύ ψηλών τιμών των καυσίμων αυτών, αφού το κόστος εισαγωγής προϊόντων από το εξωτερικό το 1998 υπολογίζεται στις £47,50 ανά μετρικό τόνο.

β. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών εισάγουν στην Κύπρο αργό πετρέλαιο, για διύλιση και επεξεργασία προς όφελός τους από το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου, και έτοιμα προϊόντα, όπως παραδείγματος χάριν βενζίνη, ακάθαρτο πετρέλαιο, υγραέριο και πετρέλαιο για τις ανάγκες των αεροπλάνων.

Οι τιμές των πετρελαιοειδών που ισχύουν στην Κύπρο ελέγχονται από την Υπηρεσία Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, με βάση το σύστημα του Price Negotiations Balance Sheet.

Με βάση το σύστημα αυτό ελέγχονται:

α. οι τιμές εισαγωγής του αργού πετρελαίου και των έτοιμων προϊόντων σε συνάρτηση με τις διεθνείς τιμές της συγκεκριμένης περιόδου,

β. το κόστος διύλισης, το οποίο χρεώνει το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου,

γ. τα έξοδα εμπορίας, όπως μισθοί και ημερομίσθια, ενοίκια και συντήρηση κτιρίων, μεταφορικά, φόροι και ασφάλειες, χρεώσεις και τόκοι δανείων τραπεζών, αποσβέσεις και άλλα,

δ. η αποδοτικότητα του κεφαλαίου των εταιρειών πετρελαιοειδών.

Τόσο τα έξοδα όσο και τα άλλα στοιχεία που υποβάλλουν οι εταιρείες πετρελαιοειδών επαληθεύονται σε συνάρτηση με τους εξελεγμένους λογαριασμούς που αυτές υποβάλλουν, τις διεθνείς εκδόσεις, στοιχεία του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου και της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και επιτόπιους ελέγχους.

Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, οι εταιρείες πετρελαιοειδών δικαιούνται ετησίως να έχουν νόμιμο κέρδος της τάξης του 12% πάνω στο μετοχικό τους κεφάλαιο και στα αποθεματικά τους. Αν τα έσοδά τους ξεπεράσουν το 12%, τα πρώτα 3,5 σεντ/λίτρο διοχετεύονται στην ΑΗΚ για επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος και τα υπόλοιπα στο Ταμείο Αμυντικής Θωράκισης της Δημοκρατίας.

2. Γραφείο Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας

Οι λιανικές τιμές πώλησης των πετρελαιοειδών αναθεωρούνται κάθε εξάμηνο, εκτός αν ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού για λόγους δημόσιου συμφέροντος θεωρεί σκόπιμο να προβεί στην αναπροσαρμογή αυτή ενωρίτερα, με βάση τα πιο κάτω κριτήρια:

α. Την τιμή εισαγωγής CIF του αργού πετρελαίου σε κυπριακές λίρες κατά μετρικό τόνο· και

β. το ύψος των κανονικών κερδών των εταιρειών πετρελαιοειδών, σύμφωνα με τους εκάστοτε σε ισχύ κανονισμούς.

Επίσης, ο Υπουργός Οικονομικών στο τέλος κάθε εξαμήνου μπορεί να αναπροσαρμόζει το ύψος του πρόσθετου φόρου στα πετρελαιοειδή, με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:

α. Τη μέση ελευθέρα επί πλοίου (FOB) τιμή εισαγωγής αργού πετρελαίου κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα,

β. το μέσο αριθμό γαλονιών βενζίνης που προέκυψε από τη διύλιση ενός μετρικού τόνου αργού πετρελαίου από το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου κατά το προηγούμενο εξάμηνο και

γ. τυχόν αύξηση ή μείωση των πραγματοποιηθέντων κερδών των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών σε σχέση προς τα κανονικά τους κέρδη.

Από το 1972 και αφού αναθεωρήθηκε το 1980 από τον οίκο Arthur D. Little, ο καθορισμός των τιμών των πετρελαιοειδών, με εξαίρεση το εισαγόμενο υγραέριο, τα εισαγόμενα καύσιμα αεροπλάνων που χρησιμοποιούν ξένες αεροπορικές εταιρείες (εκτός των Κυπριακών Αερογραμμών και της Eurocypria Airlines), τα λάδια και τις πωλήσεις gas oil στα πλοία, διενεργείται με βάση το σύστημα PNBS από το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, με βάση τα πιο κάτω έξοδα:

Το κόστος FOB του αργού πετρελαίου που διυλίστηκε από το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου,

το κόστος εισαγωγής CIF των έτοιμων προϊόντων πλέον της ανάλογης επιβάρυνσης προσωρινού προσφυγικού φόρου (TRL),

τις χρεώσεις της Αρχής Λιμένων Κύπρου,

την επιχορήγηση επί της τιμής του εισαγόμενου υγραερίου,

το κόστος διύλισης του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαíoυ,

τα λειτουργικά έξοδα των εταιρειών,

ένα ποσοστό κέρδους πάνω στο μετοχικό κεφάλαιο και τα αποθεματικά των εταιριών της τάξης του 12% (κανονικά κέρδη),

- ένα ποσοστό κάλυψης του χρηματοδοτικού κόστους των εταιρειών, το οποίο για τις επιτόπιες χρηματοδοτήσεις είναι ίσο με το καθορισμένο δανειστικό επιτόκιο, ενώ για τις ξένες χρηματοδοτήσεις διακυμαίνεται ανάλογα με την πηγή χρηματοδότησης και για το 1995 ο μέσος όρος ήταν 6,51%.

Οι εταιρείες πετρελαιοειδών αμφισβητούν τη μέθοδο υπολογισμού των κερδών με βάση το σύστημα PNBS και ζητούν τον υπολογισμό της αξίας του κεφαλαίου και των αποθεματικών τους σε επανεκτιμημένη βάση και όχι στο ιστορικό τους κόστος και επιπρόσθετα ζητούν αύξηση του ποσοστού των νόμιμων κερδών τους από 12% σε 15%.

Τα στοιχεία αυτά που δίδουν οι εταιρείες πετρελαιοειδών ελέγχονται από το αρμόδιο υπουργείο και το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, με βάση τα πιο κάτω:

Επιβεβαίωση των στοιχείων παραγωγής, του κόστους διύλισης και των ποσοτήτων και των τιμών του αργού πετρελαίου από το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου,

επιβεβαίωση του μέσου όρου ισοτιμίας του αμερικανικού δολαρίου με την κυπριακή λίρα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου,

επιβεβαίωση του κόστους αγοράς και μεταφοράς αργού πετρελαίου και έτοιμων προϊόντων από έλεγχο των τιμολογίων των προμηθευτών των εταιρειών πετρελαιοειδών,

επιβεβαίωση των λιμενικών εξόδων από την Αρχή Λιμένων Κύπρου,

επιβεβαίωση των πωλήσεων aviation fuel από τις Κυπριακές Αερογραμμές και την Eurocypria Airlines,

έλεγχο των λειτουργικών εξόδων των εταιρειών από τα καθολικά των εταιρειών, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες οικονομικές καταστάσεις για το χρόνο αυτό,

έλεγχο των στοιχείων του ενεργητικού των εταιρειών με βάση τα καθολικά, τις οικονομικές καταστάσεις των εταιρειών και επαναϋπολογισμό του μέσου όρου των διάφορων στοιχείων του ενεργητικού,

έλεγχο των πωλήσεων των εταιρειών με βάση τις ποσότητες παραγωγής από το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου και τις εισαγωγές έτοιμων προϊόντων, όπως και έλεγχο των τιμών πωλήσεως και των ανάλογων φόρων, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία,

έλεγχο των υπολογισμών που έγιναν, για να διαπιστωθεί η αναλογία των λειτουργικών εξόδων και των στοιχείων του ενεργητικού που αφορούν προϊόντα που δεν εντάσσονται στα πετρελαιοειδή προϊόντα, των οποίων οι τιμές ελέγχονται από την κυβέρνηση, (π.χ. εισαγόμενο υγραέριο, εισαγόμενο aviation fuel για χρήση ξένων αερογραμμών, λάδια, άλλα χημικά προϊόντα),

σύγκριση των λογαριασμών των εταιρειών με τα στοιχεία που υποβλήθηκαν με το PNBS του έτους.

Το 1996 το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφασή του με αριθμό 44.366, της 5ης Ιουνίου 1996, αποφάσισε να ζητήσει από το Γενικό Λογιστήριο να διεξαγάγει έλεγχο των στοιχείων που υποβάλλουν οι εταιρείες πετρελαιοειδών και εκτίμηση των κερδοζημιών τους για το 1996. Από την έκθεση που συντάχθηκε για τους σκοπούς του ελέγχου αυτού διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα:

α. Δεν έχουν ετοιμαστεί οποιοιδήποτε κανονισμοί που να καθορίζουν ποια είναι τα “κανονικά κέρδη” των εταιρειών πετρελαιοειδών και ποια τα “πραγματοποιηθέντα κέρδη”.

β. Δεν ελέγχονται οι τιμές όλων των πετρελαιοειδών που κυκλοφορούν στην κυπριακή αγορά, όπως του εισαγόμενου υγραερίου και των καυσίμων ξένων αεροπορικών εταιρειών, των λαδιών και των πωλήσεων gaς oil στα πλοία. Τα προϊόντα αυτά πολλές φορές μεταπωλούνται σε αυξημένες τιμές σε άλλες εταιρείες, με αποτέλεσμα τα έξοδα αυτά να πιστώνονται διπλά προς όφελος των εταιρειών. Τα έξοδα αυτά το 1996 ανήλθαν στις £152.000.

γ. Επίσης, το 1994, από λάθος, οι εταιρείες πετρελαιοειδών δήλωσαν την τιμή της κανονικής gazoline προς 2 σεντ το λίτρο φθηνότερη, με αποτέλεσμα τα έσοδά τους να παρουσιαστούν μειωμένα κατά £153.000.

δ. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών συμπεριέλαβαν στα έσοδά τους από τις πωλήσεις πετρελαιοειδών τους φόρους κατανάλωσης, τους πρόσθετους φόρους και την προμήθεια προς τους πρατηριούχους, παρά το γεγονός ότι το κόστος αυτό δε συμπεριλαμβάνεται στο PNBS.

ε. To έτος 1995 οι εταιρείες πετρελαιοειδών παρουσίασαν πρόσθετα κέρδη της τάξης των £7,5 εκατομ., τα οποία προήλθαν κυρίως από πωλήσεις προϊόντων των οποίων οι τιμές δεν ελέγχονται από την κυβέρνηση.

στ. Από ανάλυση της επικερδότητας των εταιρειών πετρελαιοειδών επί του απασχοληθέντος κεφαλαίου τους (return on capital employed), με βάση τους λογαριασμούς τους, για την περίοδο 1991-1996 διαφάνηκε ένας μέσος όρος κέρδους γύρω στο 20% επί του κεφαλαίου, με εξαίρεση το 1993 που υπήρξε μείωση, ενώ το κόστος μισθοδοσίας παρέμεινε σταθερό και αντιπροσώπευε ποσοστό 5% επί των πωλήσεών τους.

ζ. Κατά την πενταετία 1991-1996 το PNBS παρουσίαζε πάντα ένα θετικό συσσωρευμένο κέρδος και άρα θα μπορούσαν να επιβληθούν πιο αυξημένοι συντελεστές πρόσθετου φόρου.

η. Από τις εκτιμήσεις για το 1996, φάνηκε ότι οι εταιρείες πετρελαιοειδών θα είχαν για το 1996 ζημιές της τάξης των £3,7 εκατομ., ενώ οι εταιρείες είχαν υπολογίσει ότι το κόστος αυτό θα είναι ψηλότερο, λόγω της ψηλότερης μέσης τιμής του αργού πετρελαίου που χρησιμοποίησαν καθώς και των μεγαλύτερων ποσοτήτων εισαγόμενων προϊόντων. Επίσης, είχαν υπολογίσει ότι τα έσοδα θα είναι περισσότερα, λόγω των μεγαλύτερων ποσοτήτων των εισαγόμενων προϊόντων. Για τη χρόνια αυτή, οι εταιρείες υπολόγισαν αρχικά τις ζημιές τους γύρω £8 - 9 εκατομ., ενώ το αρμόδιο υπουργείο τα υπολόγισε στα £12 εκατομ. περίπου και γι’ αυτό εισηγήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο την αύξηση των τιμών των πετρελαιοειδών.

θ. Από την έρευνα αυτή διαφάνηκε ότι οι εταιρείες πετρελαιοειδών επιτυγχάνουν σημαντικά κέρδη από άλλες δραστηριότητες που δε συνυπολογίζονται στο PNBS, όπως:

  • κτηματικές επιχειρήσεις,
  • εισαγωγή υγραερίου,
  • εισαγωγή καυσίμων για αεροπλάνα ξένων αερογραμμών,
  • πώληση gas oil σε πλοία,
  • πώληση λαδιών.

Συνεπώς, οι πιο πάνω δραστηριότητες δεν υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο και ούτε συνυπολογίζονται έναντι των ζημιών που οι εταιρείες πετρελαιοειδών διεκδικούν.

Ο έλεγχος που διενεργεί το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, στα στοιχεία που υποβάλλουν οι εταιρείες πετρελαιοειδών δεν είναι ικανοποιητικός, γιατί οι αρμόδιοι για το συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας λειτουργοί ασκούν παράλληλα πολλά άλλα καθήκοντα.

3. Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας

Η Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας δήλωσε στην επιτροπή ότι δεν έχει την αρμοδιότητα να ελέγχει τις δραστηριότητες των εταιρειών πετρελαιοειδών, γιατί αυτές είναι ιδιωτικές εταιρείες.

4. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου

Η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου προμηθεύεται κάθε χρόνο για τις ανάγκες της από το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου γύρω στις 300 000 τόνους βαριού μαζούτ. Η ΑΗΚ είναι πρόθυμη να παραλαμβάνει όλη την παραγωγή του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου σε βαρύ μαζούτ, που ανέρχεται γύρω στις 365 000 τόνους ετήσια. Στην περίπτωση αυτή θα επωφελείτο ποσού ύψους ενός περίπου εκατομμυρίου δολαρίων το χρόνο. Οι ετήσιες ανάγκες της ΑΗΚ σε βαρύ μαζούτ συμποσούνται σε 800 000 περίπου τόνους.

Από το 1986 που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος για την επιβολή πρόσθετου φόρου στα πετρελαιοειδή μέχρι και το 1998 η ΑΗΚ εισέπραξε συνολικά ποσό ύψους £74.144.843 (το 1999 δεν εισέπραξε κανένα ποσό), το οποίο διατέθηκε για την επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος του Κύπριου καταναλωτή.

5. Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου

Σε υπόμνημά του προς την επιτροπή το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου αναλύει την παραγωγή του σε καύσιμα για το 1998 ως ακολούθως:

Προϊόντα Παραγωγή

(μετρικοί τόνοι)

Υγραέριο 29 660

Βενζίνη 98 ΟΝ 131 440

Βενζίνη 92 ΟΝ 4 370

Αμόλυβδη βενζίνη 95 ΟΝ 5 760

Φωτιστικό πετρέλαιο 13 820

Καύσιμα αεροπλάνων 13 580

Ακάθαρτο πετρέλαιο 381 850

Ελαφρύ μαζούτ 107 220

Άσφαλτος 36 880

Βαρύ μαζούτ 319 660

Το Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου απλώς διυλίζει τα πετρελαιοειδή προς όφελος των εταιρειών πετρελαιοειδών, που εισάγουν το αργό πετρέλαιο, ενώ αυτές διαθέτουν τα τελικά προϊόντα.

6. Εταιρείες πετρελαιοειδών

Οι εταιρείες πετρελαιοειδών σε κοινό υπόμνημά τους προς την επιτροπή με ημερομηνία 13 Ιουνίου 2000 αναφέρουν τα ακόλουθα:

Οι εταιρείες πετρελαιοειδών υποβάλλουν δυο φορές το χρόνο προκαταρκτικούς λογαριασμούς (PNBS), στα πλαίσια της αναθεώρησης των τιμών των πετρελαιοειδών και της επιβολής πρόσθετου φόρου κάθε εξάμηνο.

Κάθε χρόνο οι εταιρείες πετρελαιοειδών υποβάλλουν τελικούς λογαριασμούς μαζί με ηλεγμένους λογαριασμούς, που ελέγχονται πάντοτε από τους αρμοδίους, ενώ για την εξακρίβωση στοιχείων γίνονται και επισκέψεις στα γραφεία των εταιρειών.

Στο παρελθόν και συγκεκριμένα από το 1962 οι τιμές των πετρελαιοειδών ελέγχονταν επιπρόσθετα και στα πλαίσια της Επιτροπής Τιμών του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού.

Η απόδοση του 12% υπολογίζεται μόνο με βάση τα αρχικά κεφάλαια των εταιρειών, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτό τα δάνεια, στα οποία καλύπτεται μόνο ο πραγματικός τόκος, και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η απόδοση των κεφαλαίων με βάση τις τιμές αντικατάστασης των περιουσιακών στοιχείων.

Το σύστημα ελέγχου των τιμών των πετρελαιοειδών στην Κύπρο είναι πολύ ανταγωνιστικό για τις εταιρείες που είναι λιγότερο αποδοτικές και έτσι όλες οι εταιρείες καταβάλλουν προσπάθειες να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους με ταυτόχρονη μείωση του προσωπικού τους. Για παράδειγμα, εταιρεία πετρελαιοειδών εργοδοτούσε το 1974 εκατόν υπαλλήλους, ενώ το 1999 η ίδια εταιρεία εργοδοτούσε πενήντα τρεις υπαλλήλους παρά το γεγονός ότι ο κύκλος εργασιών της υπερδιπλασιάστηκε. Το κόστος του μισθολογίου αντιπροσωπεύει ποσοστό γύρω στο 3% του κόστους διύλισης, μεταφοράς και εμπορίας πετρελαιοειδών.

Εταιρεία πετρελαιοειδών έχτισε εργοστάσιο λιπαντικών και εξάγει λάδια πλοίων σε πολλές χώρες (Ουκρανία, Σρι Λάνκα, Συρία, κ.ά.), ενώ στην ίδια εταιρεία ανήκει επίσης εργοστάσιο ανάμειξης καυσίμων για πετρέλευση των πλοίων. Με τον τρόπο αυτό η Κύπρος καθίσταται κέντρο ανεφοδιασμού πλοίων στην Ανατολική Μεσόγειο με πολλαπλά οφέλη για την οικονομία του τόπου.

Κάθε δύο χρόνια προκηρύσσονται προσφορές για τη μεταφορά ακατέργαστων καυσίμων στην Κύπρο. Η προσφορά της εταιρείας που μεταφέρει σήμερα τα καύσιμα αυτά είναι κατά πολύ πιο φτηνή σε σύγκριση με τις άλλες προσφορές.

Σε περίπτωση εισαγωγής στην Κύπρο πετρελαιοειδών για την πετρέλευση των πλοίων, οι τιμές των καυσίμων αυτών δε θα είναι ανταγωνιστικές, αφού θα επιβαρύνονται επιπρόσθετα με το κόστος μεταφοράς, που θα ανέρχεται γύρω στα δέκα με δώδεκα δολάρια το μετρικό τόνο. Έτσι, τα διερχόμενα πλοία θα προτιμούν γειτονικά λιμάνια για τον ανεφοδιασμό τους σε καύσιμα.

Η τιμή πώλησης του πετρελαίου στα πλοία είναι κατά έξι με επτά δολάρια το μετρικό τόνο πιο ψηλή από την αντίστοιχη τιμή πώλησης στην ΑΗΚ.

Οι εταιρείες πετρελαιοειδών δε δίδουν υπέρογκους μισθούς στους υπαλλήλους τους, αλλά οι μισθοί αυτοί αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης κάθε χρόνο, ανάλογα με τις συνθήκες που ισχύουν στην αγορά της Κύπρου.

Δ. Νομοθετικό πλαίσιο για τη ρύθμιση των τιμών των πετρελαιοειδών στην Κύπρο

Ο μετά των Συμμετεχουσών Εταιρειών Πετρελαίων Συμφωνίας (Επικυρωτικός) Νόμος του 1965 (Αριθμός 42 του 1965, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο αριθμός 1 του 1997) ρυθμίζει τα θέματα της ίδρυσης και λειτουργίας του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου και τα ποσοστά συμμετοχής των εταιρειών πετρελαιοειδών που συμμετέχουν στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που συστάθηκε για το σκοπό αυτό.

Οι περί Πετρελαιοειδών (Αναπροσαρμογή της Λιανικής Τιμής Πωλήσεως) Νόμοι (Αριθμός 23 του 1986, 208 του 1990 και 178 του 2000) παρέχουν εξουσία στον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να αναπροσαρμόζει στο τέλος κάθε εξαμήνου τις λιανικές τιμές πώλησης των πετρελαιοειδών, εκτός αν ο ίδιος για λόγους δημόσιου συμφέροντος θεωρεί σκόπιμο να προβεί στην αναπροσαρμογή αυτή νωρίτερα. Η αναπροσαρμογή των τιμών των πετρελαιοειδών από τον αρμόδιο υπουργό βασίζεται στα ακόλουθα κριτήρια:

α. Την τιμή εισαγωγής CIF του αργού πετρελαίου σε κυπριακές λίρες ανά μετρικό τόνο και

β. το ύψος των κερδών των εταιρειών πετρελαιοειδών σύμφωνα με τους εκάστοτε σε ισχύ κανονισμούς για τους σκοπούς της νομοθεσίας αυτής.

Οι αυξομειώσεις των τιμών των πετρελαιοειδών βασίζονται στην αυξομείωση της μέσης μηνιαίας διεθνούς τιμής του αργού πετρελαίου τον προηγούμενο μήνα, όπως περιγράφεται και σε ομώνυμους σχετικούς κανονισμούς. Οι αυξομειώσεις αυτές γίνονται με την έκδοση από τον αρμόδιο υπουργό διατάγματος, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για ενημέρωση.

Για τους σκοπούς της νομοθεσίας αυτής, ο όρος “πετρελαιοειδή” συμπεριλαμβάνει κάθε είδος βενζίνης, το φωτιστικό και ακάθαρτο πετρέλαιο, το ελαφρύ και βαρύ μαζούτ, κάθε είδος ασφάλτου, καθώς επίσης και το υγραέριο.

Οι περί Επιβολής Πρόσθετου Φόρου επί των Πετρελαιοειδών Νόμοι (Αριθμός 24 και 123 του 1986) παρέχουν εξουσίες στον Υπουργό Οικονομικών να καθορίζει πρόσθετο φόρο σε κάθε καθορισμένο εμπόρευμα, με σκοπό την απορρόφηση «παντός υπερβάλλοντος κέρδους πέραν των πραγματοποιούμενων υπό των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών κανονικών κερδών συμφώνως προς τους εκάστοτε εν ισχύι κανονισμούς».

Το ύψος του ποσοστού των πρόσθετων φόρων, που καθορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών, αναθεωρείται στο τέλος κάθε εξαμήνου, λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων κριτηρίων:

«α. Της μέσης ελευθέρας επί πλοίου (FOB) τιμής εισαγωγής αργού πετρελαίου εις λίρας ανά μετρικόν τόνον κατά τον αμέσως προηγούμενον μήνα, κατά τον οποίον επραγματοποιήθησαν εισαγωγαί αργού πετρελαίου.

β. Του μέσου αριθμού γαλονιών βενζίνης ο οποίος προέκυψε από την διύλισιν ενός μετρικού τόνου αργού πετρελαίου εις τας εγκαταστάσεις της εταιρείας “Κυπριακόν Διυλιστήριον Πετρελαίου Λτδ” κατά το αμέσως προηγούμενον εξάμηνον.

γ. Της τυχόν υπερβάσεως ή υστερήσεως των πραγματοποιηθέντων κερδών των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών εν σχέσει προς τα κανονικά κατά την περίοδον ήτις προηγείται του τοιούτου καθορισμού».

Η είσπραξη του πιο πάνω φόρου διενεργείται με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας για τα τελωνεία και ποσό πρόσθετου φόρου £16 για κάθε εκατό γαλόνια πετρελαιοειδών κατατίθεται σε ειδικό ταμείο, που τελεί υπό τον έλεγχο και τη διαχείριση του Γενικού Λογιστή και του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας. Κάθε ποσό που βρίσκεται κατατεθειμένο στο ταμείο αυτό, στο τέλος κάθε μήνα, καταβάλλεται στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου για ισομερή επιδότηση όλων των διατιμήσεων κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς να αποκλείεται η χρησιμοποίησή του για οποιοδήποτε άλλο σκοπό.

Με τον πιο πάνω πρόσθετο φόρο επιβαρύνονται ορυκτέλαια και υδρογονάνθρακες καθορισμένων δασμολογικών κλάσεων, που είτε εισάγονται είτε κατασκευάζονται ή παράγονται στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Ε. Διαπιστώσεις - εισηγήσεις της επιτροπής

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών, με βάση τα στοιχεία ή τις πληροφορίες, τόσο γραπτές όσο και προφορικές, που τέθηκαν ενώπιόν της, κατέληξε στις πιο κάτω ομόφωνες θέσεις και εισηγήσεις:

1. Το σύστημα καθορισμού των τιμών των πετρελαιοειδών που εφαρμόζεται στην Κύπρο είναι πολύπλοκο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στην εφαρμογή του.

2. Ο έλεγχος που ασκείται σήμερα από τους αρμόδιους φορείς στα στοιχεία που υποβάλλουν οι εταιρείες πετρελαιοειδών, στα πλαίσια του καθορισμού των τιμών των καυσίμων, είναι υποτυπώδης, όπως άλλωστε έγινε παραδεκτό και από τους λειτουργούς που ασκούν τον έλεγχο.

3. Το σύστημα καθορισμού των τιμών των πετρελαιοειδών πρέπει να επανεξεταστεί σφαιρικά με τέτοιο τρόπο, που από τη μια να μην επιτρέπει ή/και να μην παρέχει την ευχέρεια για αισχροκέρδεια και πραγματοποίηση ανεξέλεγκτων κερδών και από την άλλη να καλύψει όλα τα πετρελαιοειδή που κυκλοφορούν στην κυπριακή αγορά (π.χ. το εισαγόμενο υγραέριο, τα καύσιμα των ξένων αεροπορικών εταιρειών, τα λάδια, τις πωλήσεις gas oil στα πλοία), για να μην πραγματοποιείται από την εμπορία τους διπλό κέρδος.

4. Οι διατάξεις της νομοθεσίας που διέπουν το όλο σύστημα πετρέλευσης των πλοίων, όπως διαπιστώνεται και από τον αρμόδιο υπουργό, χρήζουν σαφέστερης διατύπωσης.

5. Επιβάλλεται η ανάγκη άμεσης θέσπισης κανονισμών, η έκδοση των οποίων εξάλλου προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία που θεσπίστηκε από το 1986 για τον καθορισμό “των κανονικών κερδών” και των “πραγματοποιηθέντων κερδών” των εταιρειών πετρελαιοειδών, έτσι ώστε να τερματιστεί το σημερινό φαινόμενο της επιλεκτικής ερμηνείας των όρων αυτών και του καθορισμού τους με βάση την ισχύουσα πρακτική ή με βάση “προφορική συμφωνία κυρίων” μεταξύ κυβέρνησης και εταιρειών πετρελαιοειδών Η ανάγκη αυτή για θέσπιση τέτοιων κανονισμών ήταν άλλωστε και εισήγηση του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας, στα πλαίσια της έρευνάς του για το όλο θέμα, έπειτα από εντολή του Υπουργικού Συμβουλίου το 1996.

6. Η επιτροπή υιοθετεί επίσης την εισήγηση του Γενικού Λογιστή για συνυπολογισμό και των άλλων δραστηριοτήτων των εταιρειών πετρελαιοειδών στο σύστημα PNBS, όπως οι κτηματικές επιχειρήσεις, το εισαγόμενο υγραέριο, τα εισαγόμενα καύσιμα αεροπλάνων για τις ξένες αεροπορικές εταιρείες, οι πωλήσεις gas oil σε πλοία, οι πωλήσεις λαδιών κ.ά., ώστε και οι δραστηριότητες αυτές να υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο και να συνυπολογίζονται έναντι των ζημιών που διεκδικούν οι εταιρείες πετρελαιοειδών.

26 Ιανουαρίου 2001

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων