Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Προϋπολογισμού Νόμος του 2001»

Παρόντες:

Μάρκος Κυπριανού, πρόεδρος

Γιώργος Λιλλήκας

Νίκος Μουσιούττας

Τάκης Χατζηδημητρίου

Τάσσος Παπαδόπουλος

Δώρος Θεοδώρου

Ισίδωρος Μακρίδης

 

Χρίστος Ρότσας

Μη μέλη της επιτροπής:

Πρόδρομος Προδρόμου

Αριστοφάνης Γεωργίου

Παναγιώτης Δημητρίου

Κυριάκος Τυρίμος

Κίκης Καζαμίας

Θάσος Μιχαηλίδης

Αβραάμ Αντωνίου

Μάριος Ματσάκης

Χρίστος Μαυροκορδάτος

Ανδρούλα Βασιλείου

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2001, μαζί με τα επεξηγηματικά του υπομνήματα για τις τακτικές και τις αναπτυξιακές δαπάνες και σχετικό κατάλογο για τα οικονομικά μεγέθη, αφού εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, υποβλήθηκε, με επιστολή του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 6 Οκτωβρίου 2000, προς τον Πρόεδρο της Βουλής και ακολούθως κατατέθηκε στο σώμα στην πρώτη του συνεδρία της παρούσας συνόδου, στις 12 Οκτωβρίου 2000. Στη συνέχεια παραπέμφθηκε, σύμφωνα με την ακολουθητέα διαδικασία, ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για εξέταση και υποβολή σχετικής έκθεσης προς την ολομέλεια του σώματος.

Στην ίδια συνεδρία της ολομέλειας ο Υπουργός Οικονομικών κ. Τάκης Κληρίδης προέβη σε παρουσίαση του εν λόγω προϋπολογισμού ενώπιον του σώματος, η οποία με εισήγηση του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού προς τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους, που έγινε δεκτή και υιοθετήθηκε από τη φετινή χρονιά, στο εξής θα προηγείται της αναλυτικής εξέτασης του κρατικού προϋπολογισμού από την αρμόδια επιτροπή, αντί να έπεται αυτής, όπως γινόταν όλα τα προηγούμενα έτη.

Η επιτροπή, σύμφωνα με πάγια τακτική της, προχώρησε σε κατά προτεραιότητα μελέτη του παραπεμφθέντος ενώπιόν της ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού, πραγματοποιώντας δέκα συνολικά συνεδρίες στο διάστημα από 20 Οκτωβρίου μέχρι 20 Νοεμβρίου 2000. Πραγματοποίησε επίσης δύο συνεδρίες, τη 18η και την 21η Δεκεμβρίου 2000, για συζήτηση και έγκριση της παρούσας έκθεσης.

Πρώτιστος στόχος της επιτροπής ήταν η ολοκλήρωση, το ταχύτερο δυνατό, της μελέτης του εν λόγω προϋπολογισμού, μέσα από συντομότερες, αλλά και ουσιαστικότερες από προηγούμενα έτη διαδικασίες, ώστε να καθίστατο δυνατή η υποβολή της έκθεσής της προς την ολομέλεια του σώματος πριν από το τέλος του τρέχοντος οικονομικού έτους. Απώτερος στόχος της επιτροπής ήταν η έγκριση του προϋπολογισμού πριν από την έναρξη του έτους στο οποίο αυτός αφορά.

Β. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ

Για πρώτη φορά επιχειρήθηκε από την επιτροπή η καθιέρωση νέας διαδικασίας εξέτασης του κρατικού προϋπολογισμού, γι’ αυτό κρίνεται σκόπιμο στην παρούσα έκθεση να αναλυθεί το σκεπτικό και ο τρόπος που η εξέταση αυτή διεξήχθη. Στόχος της επιτροπής είναι η νέα διαδικασία και τυχόν προβλήματα που προέκυψαν κατά την εφαρμογή της να αξιολογηθούν, έτσι που στο μέλλον η μελέτη του κρατικού προϋπολογισμού να καταστεί, με τις εμπειρίες που στο μεταξύ θα αποκτηθούν, πιο εποικοδομητική.

Σύμφωνα με τη νέα, ομόφωνα αποφασισθείσα, διαδικασία, τερματίζεται η ακολουθούμενη κατά τα προηγούμενα έτη διαδικασία εξέτασης των επιμέρους προϋπολογισμών των υπουργείων στην παρουσία μεγάλου αριθμού τεχνοκρατών και υπαλλήλων των αντίστοιχων υπουργείων. Μέσα στα ίδια πλαίσια, ειδικές ερωτήσεις όλων των βουλευτών αναφορικά με επιμέρους κονδύλια διαβιβάζονται στα αντίστοιχα υπουργεία, με την παράκληση να απαντώνται γραπτώς μέσα σε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Σημειώνεται ότι η διαδικασία αυτή, η υποβολή δηλαδή επιμέρους ερωτήσεων από τους βουλευτές, δεν κατέστη δυνατό να αξιοποιηθεί στον αναμενόμενο βαθμό, γεγονός που οφείλεται προφανώς στο ότι η πρακτική αυτή εφαρμόζεται για πρώτη φορά. Αναμένεται όμως ότι στο μέλλον θα εμπεδωθεί και θα τελεσφορήσει.

Όλες οι συνεδρίες της επιτροπής, για τις οποίες τηρήθηκαν πλήρη αποστενογραφημένα πρακτικά, πραγματοποιήθηκαν στην παρουσία των καθ’ ύλην αρμόδιων υπουργών και στην πλειοψηφία τους με την ταυτόχρονη παρουσία του Υπουργού Οικονομικών και λειτουργών του ίδιου υπουργείου και του Γραφείου Προγραμματισμού. Οι πλείστοι από τους υπουργούς προσήλθαν συνοδευόμενοι μόνο από το γενικό διευθυντή του υπουργείου, καταθέτοντας εκ των προτέρων ή προσκομίζοντας πλήρη επεξηγηματικά σημειώματα για τα προγράμματα του υπουργείου τους. Επισημαίνεται εντούτοις η ανάγκη στο μέλλον όλοι οι υπουργοί να καταθέτουν στην επιτροπή, πριν από τις προκαθορισμένες συνεδρίες στις οποίες καλούνται να παραστούν, τα επεξηγηματικά σημειώματα για τα προγράμματα του υπουργείου τους, πράγμα που σίγουρα θα συμβάλει στην καλύτερη διεξαγωγή της συζήτησης, αφού έτσι θα παρέχεται η ευχέρεια στα μέλη να προετοιμάζονται κατάλληλα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάγκη να εισαχθεί νέος τρόπος εξέτασης του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού υπήρξε και παλαιότερη θέση της επιτροπής. Σύμφωνα με αυτήν η μελέτη του ετήσιου προϋπολογισμού του κράτους, του κατεξοχήν μέσου έκφρασης της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης, θα πρέπει να διεξάγεται στη βάση της ευρύτερης θεώρησης της πολιτικής αυτής σε συνάρτηση με τους οικονομικούς δείκτες, τα οικονομικά μεγέθη και τον κυβερνητικό προγραμματισμό και να μην εξαντλείται μόνο σε παράθεση των επιμέρους προτεινόμενων κονδυλίων και συζήτηση για τη σκοπιμότητα και το ύψος τους, διαδικασία που εν πολλοίς είχε καθιερωθεί και εφαρμοζόταν μέχρι σήμερα.

Στη βάση της πιο πάνω θέσης της η επιτροπή επικέντρωσε κυρίως την προσοχή της στις ακόλουθες ενότητες και στα συναρτώμενα με αυτές επιμέρους κεφάλαια:

1. Οικονομική πολιτική - οικονομικοί δείκτες - οικονομικός προγραμματισμός.

2. Οικονομικοί τομείς, με έμφαση στη γεωργία, τη βιομηχανία, το εμπόριο, τη μεταποίηση, τον τουρισμό και τις κατασκευές.

3. Κοινωνική πολιτική και ανάπτυξη και τα επιμέρους κεφάλαιά της, δηλαδή παιδεία, υγεία, στέγαση, κοινωνικές ασφαλίσεις κ.ά.

Στη διάρκεια της εξέτασης της πρώτης ενότητας, ο Υπουργός Οικονομικών ενημέρωσε την επιτροπή σε τρεις διαδοχικές συνεδρίες της σχετικά με μακροοικονομικά ζητήματα και θέματα δημοσιονομικής πολιτικής. Ταυτόχρονα και με εισήγηση της επιτροπής, προέβη σε ενημέρωση για ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, όπως είναι το κρατικό μισθολόγιο, η παραγωγικότητα, οι νέες προσλήψεις κ.ά., καθώς και για άλλα ζητήματα, όπως είναι η ανάγκη εκσυγχρονισμού του φορολογικού συστήματος, το κόστος εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο, η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς και η ανάγκη οικονομικής αυτονομίας της νομοθετικής εξουσίας.

Κατά την εξέταση της δεύτερης ενότητας, που αφορά τους οικονομικούς τομείς, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων, ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος και ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, στην παρουσία και του Υπουργού Οικονομικών, ενημέρωσαν την επιτροπή για θέματα της αρμοδιότητάς τους, που αφορούν μεταξύ άλλων την πολιτική της κυβέρνησης όσον αφορά τις μετοχοποιήσεις ημικρατικών οργανισμών, τις ιδιωτικοποιήσεις ζωτικών υπηρεσιών, την κατασκευή μεγάλων αναπτυξιακών έργων και τις πιθανές μεθόδους χρηματοδότησής τους, καθώς και για θέματα υδατικής και ενεργειακής πολιτικής, καυσίμων και περιβάλλοντος.

Η εξέταση ολοκληρώθηκε με την τρίτη ενότητα, που αφορά την κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης. Κλήθηκαν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι υπουργοί, δηλαδή ο Υπουργός Εσωτερικών, ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο Υπουργός Υγείας και ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού.

Επιπλέον, η επιτροπή εξέτασε θέματα πολιτικής που άπτονται των Υπουργείων Εξωτερικών και Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, στην παρουσία των καθ’ ύλην αρμόδιων υπουργών. Όσον αφορά τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας, παρόντων των Υπουργών Οικονομικών και Άμυνας, διεξήχθη μια πολύ εποικοδομητική συζήτηση για τις επιδράσεις των αμυντικών δαπανών στην οικονομία και τα προγράμματα της κυβέρνησης όσον αφορά μελλοντικές αμυντικές δαπάνες.

Τέλος, η επιτροπή, στα πλαίσια της εξέτασης του ειδικότερου θέματος του κόστους εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο, κάλεσε το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος παρέθεσε τα αναγκαία στοιχεία και επεξηγήσεις ως προς το επιτελούμενο από την υπηρεσία του έργο της εναρμόνισης και τις σε σχέση με το έργο αυτό ανάγκες της Νομικής Υπηρεσίας σε προσωπικό.

Προτού γίνει αναφορά στην όλη φιλοσοφία και στη γενικότερη κυβερνητική πολιτική, όπως αυτές διαγράφονται μέσα από τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό και όπως ειδικότερα αναλύθηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών τόσο στα πλαίσια της ομιλίας του ενώπιον του σώματος όσο και κατά την παρουσία του στην επιτροπή, κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι και φέτος η κυβέρνηση, τηρώντας την τακτική που εδώ και μερικά χρόνια έχει υιοθετήσει, κατέθεσε έγκαιρα τον κρατικό προϋπολογισμό στη Βουλή. Η επιτροπή, εκφράζοντας την ευαρέσκειά της για το θέμα αυτό, επιθυμεί επίσης να σημειώσει με ικανοποίηση το εξαιρετικό πνεύμα προθυμίας και συνεργασίας που επεδείχθη απ’ όλους τους υπουργούς, αλλά και όλους ανεξαίρετα τους συνεργάτες τους, τόσο όσον αφορά την παρουσία τους ενώπιον της επιτροπής μέσα στα πλαίσια της νέας διαδικασίας όσο και για κάθε συμπληρωματική πληροφορία και στοιχεία που ζητήθηκαν και τα οποία πρόθυμα και με συνέπεια κατατέθηκαν ενώπιόν της.

Γ. ΕΣΟΔΑ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Από τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, όπως αυτά προκύπτουν από τη συνοδευτική επιστολή του Υπουργού Οικονομικών με την οποία κατατέθηκε ο υπό συζήτηση προϋπολογισμός στη Βουλή, διαμορφώνεται η ακόλουθη εικόνα σε σχέση με τα προϋπολογιζόμενα έσοδα και δαπάνες για το 2001:

Ο ενοποιημένος κρατικός προϋπολογισμός για το 2001 προβλέπει καθαρές δαπάνες £2.106,6 εκατομ. και καθαρά έσοδα £1.552,8 εκατομ., σε σύγκριση με £1.836,3 εκατομ. και £1.441,0 εκατομ., αντίστοιχα, με βάση τον αναθεωρημένο προϋπολογισμό του 2000.

Τα πιο πάνω ποσά αφορούν καθαρά έσοδα και καθαρές πληρωμές και σε αυτά δεν περιλαμβάνονται τα δάνεια και τα ποσά για τη χρηματοδότηση στο σκέλος των εσόδων και οι αποπληρωμές για τα δάνεια, οι επιστροφές φόρων και δασμών και η αγορά μετοχών/αποθεματικού στο σκέλος των δαπανών.

Με βάση τον Πίνακα υπ’ αριθμόν 4 που συνοδεύει τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό, οι δαπάνες προσωπικού θα ανέλθουν στα £737.970 εκατομ., δηλαδή στο 35% του συνόλου του προϋπολογισμού, σε σύγκριση με £691.350 εκατομ. ή 37,6% του αναθεωρημένου προϋπολογισμού του 2000.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξάγονται από το Σημείωμα για τις Οικονομικές Εξελίξεις κατά το 2000 και τις Προοπτικές για το 2001 του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού, οι προτεινόμενες αναπτυξιακές δαπάνες προϋπολογίζονται για το 2001 σε £293,5 εκατομ., σε σύγκριση με £287,8 εκατομ. εγκεκριμένες δαπάνες για το 2000. Επιπρόσθετο ποσό ύψους £7,7 εκατομ. θα παραχωρηθεί από το Ταμείο Δημόσιων Δαπανών. Από τις αναπτυξιακές δαπάνες οι κυριότερες πρόνοιες αφορούν τους τομείς που αναφέρονται πιο κάτω:

(Παρατίθενται συγκριτικά τα αντίστοιχα προτεινόμενα κονδύλια για το 2000, όπως αυτά εξάγονται από τα στοιχεία που είχαν κατατεθεί κατά την εξέταση του κρατικού προϋπολογισμού του 2000.)

Τομέας

Πρόνοια £εκατομ.

 

2001 (Προτεινόμενες)

2000 (Προτεινόμενες)

Οδικό δίκτυο Υδατική ανάπτυξη Αερολιμένες Λάρνακας και Πάφου Πολεοδομικά σχέδια Ανάπτυξη Δημόσιας Υγείας Παιδεία Πανεπιστήμιο Κύπρου Πολιτιστική Ανάπτυξη Αγροτική Ανάπτυξη Στεγαστικό πρόγραμμα κυβερνητικών υπηρεσιών Βιομηχανία και Εξαγωγές

55,1 22,5 7,0 20,9 17,4 24,9 15,5 5,4 21,8 18,9 16,0

59,9 22,4 13,8 23,9 15,8 21,4 15,2 3,3 17,5 18,0 15,6

(Συγκριτική ανάλυση των δαπανών και των εσόδων του προϋπολογισμού για την περίοδο 1998-2001 επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α΄.)

Δ. ΣΤΟΧΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ- ΑΛΛΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

1. Στόχοι της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης, όπως παρουσιάστηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών

Σύμφωνα με τα γραπτά και προφορικά στοιχεία που κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Οικονομικών, ο προϋπολογισμός για το 2001 καλύπτει τον τρίτο χρόνο του Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης 1999-2003, του οποίου οι στρατηγικοί στόχοι βασίζονται στο τρίπτυχο κοινωνική δικαιοσύνη-σταθερότητα-ανάπτυξη.

Οι κυριότεροι επιμέρους στρατηγικοί στόχοι, με βάση την εισαγωγική ομιλία του Υπουργού Οικονομικών ενώπιον του σώματος, είναι η αναδιάρθρωση όλων των παραγωγικών τομέων της οικονομίας και η τεχνολογική αναβάθμιση, η εντατικοποίηση των ρυθμών εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο, η προσαρμογή στην κοινωνία της πληροφορίας, ο εκσυγχρονισμός των επιχειρηματικών μονάδων, η βελτίωση του ρόλου της Κύπρου ως περιφερειακού και διεθνούς κέντρου παροχής υπηρεσιών, η αναβάθμιση του περιβάλλοντος, η αναμόρφωση του δημόσιου τομέα, η ενίσχυση του κοινωνικού ρόλου του κράτους και η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Παράλληλα, η ευρύτερη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, με βασικό άξονά της την προετοιμασία της κυπριακής οικονομίας και κοινωνίας για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στοχεύει στην ενίσχυση της μακροοικονομικής σταθερότητας και στην ικανοποίηση των κριτηρίων μακροοικονομικής σύγκλισης του Μάαστριχτ.

Όσον αφορά τους παραγωγικούς τομείς, προωθείται η αναδιάρθρωσή τους και ο εκσυγχρονισμός των παραγωγικών μονάδων, για να μπορέσουν να ενταχθούν επιτυχώς στο νέο, έντονα ανταγωνιστικό, διεθνές περιβάλλον και να αξιοποιήσουν τις νέες ευκαιρίες που προσφέρονται από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και από την παγκοσμιοποίηση των αγορών. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην αναβάθμιση του ρόλου της Κύπρου ως διεθνούς επιχειρηματικού κέντρου και κέντρου παροχής υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Στόχος είναι η περαιτέρω αναβάθμιση των υφιστάμενων κλάδων, καθώς και η ανάπτυξη νέων, όπως είναι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες, η πληροφορική, η τριτοβάθμια εκπαίδευση και η τριτοβάθμια υγεία.

Ως προς το αναπτυξιακό πρόγραμμα για το 2001, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη συνέχιση και συμπλήρωση μεγάλων έργων υποδομής, ιδιαίτερα στους τομείς της οδικής και υδατικής ανάπτυξης, που καλύπτουν το 26,7% των συνολικών αναπτυξιακών δαπανών (περιλαμβανομένων των αποζημιώσεων για απαλλοτριώσεις). Περιλαμβάνονται επίσης έργα και υπηρεσίες αναγκαία για τη στήριξη της αναπτυξιακής πορείας της κυπριακής οικονομίας, καθώς και πρόνοια για συνέχιση ερευνητικών προγραμμάτων και για ανάπτυξη του τομέα παροχής υπηρεσιών.

Έμφαση τέλος αποδίδεται στην προώθηση της εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο, στη συμμετοχή της Κύπρου σε αναπτυξιακά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην επιμόρφωση του προσωπικού της δημόσιας υπηρεσίας.

2. Δημοσιονομική κατάσταση και δημοσιονομικοί δείκτες, όπως παρουσιάστηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών

Αναφορικά με τη δημοσιονομική κατάσταση και τη διακύμανση των δεικτών των διάφορων οικονομικών μεγεθών, σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών και τους σχετικούς πίνακες που συνοδεύουν τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό, όπως αυτοί αρχικά κατατέθηκαν στη Βουλή, διαγράφεται για το 2001 η ακόλουθη εικόνα:

α. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) σε τρέχουσες τιμές θα ανέλθει στα £5.901,7 εκατομ., σε σύγκριση με το αναθεωρημένο ύψος του £5.452,7 εκατομ. για το 2000.

β. Το δημοσιονομικό έλλειμμα υπολογίζεται να περιοριστεί στο 3,3% επί του ΑΕΠ ή, σε απόλυτους αριθμούς, στα £194,2 εκατομ., σε σύγκριση με το υπολογιζόμενο ποσοστό του 3,9% επί του ΑΕΠ για το 2000 ή £210,6 εκατομ. σε απόλυτους αριθμούς. Η τελική διαμόρφωση του δημοσιονομικού ελλείμματος θα εξαρτηθεί από το βαθμό υλοποίησης του προϋπολογισμού, ιδιαίτερα όσον αφορά τις αναπτυξιακές και αμυντικές δαπάνες.

Η υποχώρηση του δημοσιονομικού ελλείμματος και η σύγκλισή του προς τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, δηλαδή προς το 3% του ΑΕΠ, οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στη συνεχή προσπάθεια συμπίεσης των δημόσιων δαπανών και στη βελτίωση της φοροεισπρακτικής ικανότητας του κράτους και τούτο παρά τη σημαντική αύξηση τόσο των κοινωνικών παροχών όσο και των επιχορηγήσεων.

Η συνεπής εφαρμογή του προγράμματος εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, που καλύπτει την περίοδο 1999-2002, στοχεύει στη σταδιακή μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο μέχρι το τέλος του 2002 αναμένεται να περιοριστεί στο 2% επί του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών συνεχίζονται οι διαβουλεύσεις με τη συνδικαλιστική πλευρά όσον αφορά τη μείωση του ύψους του κρατικού μισθολογίου σε συνάρτηση με τη μείωση της κλίμακας εισδοχής των νεοεισερχομένων, ως ένα από τα μέτρα που θα συμβάλουν στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Επιπρόσθετα, η εφαρμογή του συστήματος αυτοχρηματοδότησης έργων ανάπτυξης του δημόσιου τομέα εντός του 2001 αναμένεται ότι θα επιδράσει θετικά ως προς το ύψος των δημοσιονομικών μεγεθών, η έκταση όμως της επίδρασης αυτής μακροπρόθεσμα θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των έργων που θα υλοποιηθούν με τη μέθοδο αυτή και από το εύρος των δαπανών που θα εξοικονομηθούν.

Παράλληλα, το πρωτογενές ισοζύγιο συνεχίζει την αυξητική του πορεία και προβλέπεται να παρουσιάσει αυξημένο πλεόνασμα ύψους £135,8 εκατομ. ή ποσοστό 2,3% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £96,0 εκατομ. ή 1,8% για το 2000.

γ. Το συνολικό δημόσιο χρέος προβλέπεται να φθάσει τα £5.990,6 εκατομ. ή ποσοστό 101,5% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £5.392,4 εκατομ. ή 98,9% επί του ΑΕΠ για το 2000.

- Το δημόσιο χρέος (εξαιρουμένου του ενδοκυβερνητικού) αναμένεται να ανέλθει στα £3.758,5 εκατομ. ή σε ποσοστό 63,7% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £3.372,4 εκατομ. ή 61,8% για το 2000, συνεχίζοντας έτσι να αποκλίνει για τρίτη συνεχή χρονιά από το σχετικό κριτήριο της Συνθήκης του Μάαστριχτ, δηλαδή από το 60% επί του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, μολονότι με βάση τα κριτήρια του Μάαστριχτ το δημόσιο χρέος καθορίζεται στο 60% επί του ΑΕΠ, αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά είναι ικανοποιητικό να υπάρχει ξεκάθαρη τάση προσέγγισής του.

- Το δημόσιο χρέος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα ανέλθει στα £2.232,1 εκατομ. ή σε ποσοστό 37,8% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £2.020,1 εκατομ. ή ποσοστό 37,0% επί του ΑΕΠ για το 2000.

- Το συνολικό δημόσιο εξωτερικό χρέος (μακροχρόνιο, μεσοπρόθεσμο και βραχυχρόνιο) θα ανέλθει στα £941,5 εκατομ. ή σε 16,0% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £852,1 εκατομ. ή 15,6% επί του ΑΕΠ για το 2000.

δ. Ως προς το ισοζύγιο πληρωμών, από τα στοιχεία που παρατίθενται στο Σημείωμα για τις Οικονομικές Εξελίξεις κατά το 2000 και τις Προοπτικές για το 2001, που κατέθεσε το Υπουργείο Οικονομικών και το Γραφείο Προγραμματισμού, προκύπτει ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσίασε αύξηση κατά το 2000 που οφείλεται κυρίως στην αύξηση των εισαγωγών.

Οι εξαγωγές αγαθών, περιλαμβανομένων και των επανεξαγωγών, εκτιμάται ότι θα σημειώσουν αύξηση κατά 7,3% το 2000, σε σύγκριση με μείωση 3,0% που επήλθε το 1999. Οι εισαγωγές αγαθών αναμένεται επίσης ότι θα παρουσιάσουν κατά το 2000 σημαντική διεύρυνση κατά 16,8%. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2000, εξαιτίας της αύξησης του συντελεστή του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) από 8% σε 10%, η οποία αναμενόταν το δεύτερο εξάμηνο του 2000. Οφείλεται επίσης στην αύξηση του ιδιωτικού διαθέσιμου εισοδήματος λόγω των φορολογικών ελαφρύνσεων που μεσολάβησαν, των μισθολογικών αυξήσεων, της μείωσης του συντελεστή έκτακτης εισφοράς για την άμυνα και της κατάργησης της εισφοράς προς το ΡΙΚ.

3. Χρηματοδοτικές ανάγκες

Ως προς τις χρηματοδοτικές ανάγκες της κυβέρνησης για το 2001, από την επιστολή του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία υπέβαλε τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό στη Βουλή, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία:

- Οι χρηματοδοτικές ανάγκες για το 2001 θα ανέλθουν στα £677,2 εκατομ. ή σε ποσοστό 11,5% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με £640,7 εκατομ. ή ποσοστό 11,8% επί του ΑΕΠ για το 2000. Σύμφωνα με τις προβλέψεις για τους διαθέσιμους χρηματοδοτικούς πόρους, το 2001 θα παρουσιαστεί έλλειμμα £116,1 εκατομ. περίπου, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με πρόσθετο εξωτερικό δανεισμό.

(Συγκριτικοί πίνακες των δημοσιονομικών μεγεθών για τα έτη 1987-2001 επισυνάπτονται ως Παράρτημα Β΄.)

4. Άλλα οικονομικά μεγέθη

Αναφορικά με τα άλλα οικονομικά μεγέθη, από τα στοιχεία που ο Υπουργός Οικονομικών παρέθεσε κατά την παρουσίαση του υπό συζήτηση προϋπολογισμού στην ολομέλεια του σώματος, παρουσιάζεται η ακόλουθη εικόνα για το 2001 σε σύγκριση με το 2000:

- Ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να ανέλθει στο 4,5%, σε σύγκριση με 4,8% που ήταν το 2000, υπερβαίνοντας για τρίτη συνεχή χρονιά το μέσο ετήσιο στόχο του Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης. Τέτοιες επιδόσεις συγκρίνονται ευνοϊκά με το μέσο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης για το 2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3,2%) και της παγκόσμιας οικονομίας (4,2%).

Η σημαντική διόγκωση του μέσου ρυθμού ανάπτυξης το 2000 οφείλεται κατά κύριο λόγο στην εξαιρετική επίδοση του τουριστικού τομέα, με συνακόλουθες θετικές επιπτώσεις στους άλλους τομείς της οικονομίας, που επίσης παρουσιάζουν θετικούς ρυθμούς αύξησης. Εξαίρεση αποτελούν ο τομέας των κατασκευών και ο τομέας της γεωργίας, ο οποίος επηρεάστηκε από την ανομβρία. Στη διαμόρφωση του ρυθμού ανάπτυξης συνέβαλε επίσης η αυξημένη εγχώρια ζήτηση λόγω της σημαντικής επιτάχυνσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων, όσο και η εξωτερική ζήτηση λόγω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Οι παράγοντες που συμβάλλουν στην ικανοποιητική πορεία της οικονομίας για το 2000 αναμένεται να συνεχιστούν και το 2001 με ικανοποιητικό ρυθμό επέκτασης των τριτογενών τομέων, με άξονα πάντα τον τουρισμό και τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ενώ αναμένεται επίσης μικρότερος ρυθμός ανάπτυξης των δευτερογενών τομέων.

- Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα είναι της τάξης του 4,2% μέχρι τέλους του 2000, σε σύγκριση με 4,3% την περίοδο Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου 2000 και 1,7% το 1999, αποκλίνοντας από το κριτήριο του Μάαστριχτ, δηλαδή από το 2,8%.

Αυτό οφείλεται κυρίως στην κατακόρυφη αύξηση της διεθνούς τιμής του αργού πετρελαίου και στη συνακόλουθη αύξηση του ηλεκτρικού ρεύματος, στη μειωμένη προσφορά γεωργικών προϊόντων λόγω της ανομβρίας, στην ανατίμηση της στερλίνας και του δολαρίου έναντι της κυπριακής λίρας και στην επιτάχυνση που σημειώθηκε στο διεθνή πληθωρισμό. Αναμένεται όμως πορεία αποκλιμάκωσής του και μείωσή του γύρω στο 3,0% για το 2001, σε συνάρτηση πάντα με την πορεία της τιμής του αργού πετρελαίου.

- Οι συνθήκες πλήρους απασχόλησης συνεχίστηκαν και κατά το 2000 με το ποσοστό ανεργίας να κυμαίνεται γύρω στο 3,3%, σε σύγκριση με 3,6% το 1999. (Το ποσοστό ανεργίας το οποίο διεθνώς θεωρείται φυσιολογικό κυμαίνεται μεταξύ 3% και 3,5%.)

Η μείωση αυτή οφείλεται στην επιμέρους μείωση της ανεργίας στους τομείς της μεταποίησης, των κατασκευών και του εμπορίου, με το 9% του επικερδώς απασχολούμενου πληθυσμού στον πρωτογενή τομέα, το 21,5% στο δευτερογενή και το 69,5% στον τριτογενή τομέα. Σε πραγματικούς αριθμούς οι άνεργοι προβλέπεται να περιοριστούν σε δέκα χιλιάδες εφτακόσιους το 2001, σε σύγκριση με δέκα χιλιάδες εννιακόσιους το 2000 και έντεκα χιλιάδες τετρακόσιους το 1999.

5. Οικονομικοί τομείς και προοπτικές

Από τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής τόσο από τον Υπουργό Οικονομικών όσο και από τους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς κατά τη συζήτηση επί των οικονομικών τομέων, τα προβλήματα και τις προοπτικές ανάπτυξής τους, καθώς και τη συμβολή τους στο ΑΕΠ, προκύπτουν τα ακόλουθα:

- Η συνεισφορά του τομέα της γεωργίας στο ΑΕΠ υπολογίζεται να σημειώσει περαιτέρω μείωση και να φτάσει το 3,5% το 2000, σε σύγκριση με 4% το 1999.

Η μείωση αυτή οφείλεται στην ανομβρία και στις περικοπές στην παροχή νερού για άρδευση και στην κατά συνέπεια μειωμένη ποσότητα και ποιότητα της παραγωγής. Επέδρασαν επίσης ο διεθνής ανταγωνισμός και οι χαμηλές τιμές πώλησης των γεωργικών προϊόντων στο εξωτερικό.

- Ο τομέας της μεταποίησης και η συνεισφορά του στο ΑΕΠ παρέμεινε σε σταθερά επίπεδα μεταξύ 1999 και 2000, ενώ σε απόλυτους αριθμούς έχει αυξηθεί. Το 1999 ήταν 10,8% και το 2000 10,7%.

Η μη αύξηση της συνεισφοράς του μεταποιητικού τομέα στο ΑΕΠ οφείλεται στο μικρό μέγεθος των επιχειρηματικών μονάδων, στο χαμηλό βαθμό αξιοποίησης της προηγμένης τεχνολογίας και σύγχρονων μεθόδων διεύθυνσης και παραγωγής και στον έντονο ανταγωνισμό στην εγχώρια αγορά λόγω της αύξησης των εισαγωγών και της μείωσης των δασμών. Παρά ταύτα ο τομέας της μεταποίησης θα παρουσιάσει θετικό ρυθμό ανάπτυξης κατά 3,0% το 2000, σε σύγκριση με οριακή αύξηση 0,3% το 1999.

Αναφορικά με τη βιομηχανία από τον περασμένο χρόνο έχει τεθεί σε εφαρμογή η “Νέα Βιομηχανική Πολιτική” ως προς όλα τα κεφάλαιά της, εκτός από το κεφάλαιο για τα δάνεια προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και το κεφάλαιο της υψηλής τεχνολογίας, τα οποία αναμένεται σύντομα να τεθούν σε εφαρμογή. Τα κίνητρα και τα σχέδια στήριξης που προνοούνται στα πλαίσια της εν λόγω πολιτικής αναμένεται να δώσουν νέα ώθηση στην εγχώρια βιομηχανία.

- Ο τομέας των κατασκευών για δεύτερο συνεχή χρόνο παρουσίασε αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης ύψους 0,5%, ανακάμπτοντας όμως κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2000. Η συνεισφορά του στο ΑΕΠ μειώθηκε και περιορίστηκε στο 7,1% το 2000, σε σύγκριση με 7,7% το 1999.

Η μείωση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανοποίηση των πλείστων στεγαστικών αναγκών της πλειοψηφίας του πληθυσμού, ιδιαίτερα όσον αφορά τους εκτοπισθέντες και τις ανάγκες για δεύτερη κατοικία. Επιβράδυνση παρουσιάστηκε επίσης στην ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων, λόγω της πτωτικής τάσης που παρουσίασε η επικερδότητα του τουριστικού τομέα για σειρά ετών.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, για την αναζωογόνηση του τομέα των κατασκευών έχει εισαχθεί το κίνητρο της επιταχυνόμενης απόσβεσης της αγοράς βιομηχανικών και μη οικιστικών κτιρίων στα δέκα χρόνια, εισήχθησαν απλοποιημένες διαδικασίες απόκτησης πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας, μειώθηκαν οι συντελεστές για τα μεταβιβαστικά τέλη ακινήτων και προωθήθηκε η τυποποίηση των κατασκευαστικών υλικών με βάση ευρωπαϊκά πρότυπα, ώστε να υπάρξει μείωση του κατασκευαστικού κόστους.

- Ο τομέας των ξενοδοχείων/εστιατορίων παρουσιάζει ανοδική πορεία τα τελευταία τρία συνεχή χρόνια, με αύξηση του τουριστικού ρεύματος κατά εξακόσιες χιλιάδες και αύξηση των εσόδων κατά £330 εκατομ.

Η συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ είναι μεταξύ 21% και 22% και η ανοδική πορεία του τομέα αναμένεται να συνεχιστεί και κατά το 2001. Στην ανοδική αυτή πορεία αναμένεται να συμβάλει περαιτέρω το Στρατηγικό Σχέδιο Τουρισμού, που βρίσκεται ήδη ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου για έγκριση και το οποίο θα καλύψει χρονική περίοδο που εκτείνεται μέχρι το 2010.

Ε. ΑΛΛΑ ΠΑΡΕΜΦΕΡΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

1. Αμυντικές δαπάνες

Οι συνολικές αμυντικές δαπάνες το 2001 θα ανέλθουν στο 2,3% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με ποσοστό 1,4% επί του ΑΕΠ κατά το 2000.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών τα τελευταία τρία έτη, περιλαμβανομένου και του 2000, οι αμυντικές δαπάνες έχουν παρουσιάσει μείωση έναντι των εσόδων και έτσι έχει επιτευχθεί ο στόχος που είχε τεθεί το 1992 για μηδενισμό των χρεών για αμυντικές δαπάνες μέχρι το 2001. Η αύξηση στα έσοδα, τα οποία προέρχονται από την υποχρεωτική καταβολή έκτακτης εισφοράς για την άμυνα και τα οποία, όπως και οι δαπάνες, ύστερα από την ενοποίηση των τριών κρατικών προϋπολογισμών κατατίθενται και χρεώνονται αντίστοιχα στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην αύξηση κατά μία εκατοστιαία μονάδα της έκτακτης εισφοράς για την άμυνα από τον Αύγουστο του 1998. Οι εν λόγω συντελεστές έχουν πρόσφατα, με τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας, επαναφερθεί στα παλαιότερα επίπεδα, με συνακόλουθη μείωση των εσόδων.

Σύμφωνα με συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία ζητήθηκαν από την επιτροπή και κατατέθηκαν, τα έσοδα από την επιβολή του τέλους για την έκτακτη εισφορά για την άμυνα κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2000 ανήλθαν στα £120 εκατομ., σε σύγκριση με £145 εκατομ. την αντίστοιχη περίοδο του 1999. Ενδεικτικά, τα έσοδα από την επιβολή του τέλους αυτού έχουν ως εξής:

 

1998

£155,7 εκατομ.

1999

£187,9 εκατομ.

2000 (προβλεπόμενα)

£127,5 εκατομ.

2001 (προϋπολογιζόμενα)

£123,3 εκατομ.

2. Νέες θέσεις

Με βάση τους πίνακες που συνοδεύουν τον κρατικό προϋπολογισμό του 2001 δεν υπάρχει πρόνοια για δημιουργία νέων ή για αναβάθμιση υφιστάμενων θέσεων. Παρ’ όλ’ αυτά από τον Πίνακα υπ’ αριθμόν 5 προκύπτει ότι δημιουργούνται τέσσερις (4) θέσεις στο Υπουργείο Οικονομικών και καταργούνται εκατόν σαράντα τέσσερις (144) σε διάφορα υπουργεία και υπηρεσίες.

Μέσα στα πλαίσια της εξέτασης του ειδικότερου αυτού κεφαλαίου, η επιτροπή αποφάσισε να συζητήσει και το νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Συμπληρωματικού Προϋπολογισμού Νόμος (Αρ. 11) του 2000», το οποίο είχε κατατεθεί από την κυβέρνηση και εκκρεμούσε ενώπιόν της από τον Ιούλιο του 2000.

Με το υπό αναφορά νομοσχέδιο προνοείται η δημιουργία, η αναδιάρθρωση και η κατάργηση αριθμού θέσεων στη δημόσια υπηρεσία οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2000. Οι προτεινόμενες νέες θέσεις ανέρχονται σε επτακόσιες εξήντα τέσσερις (764) και αφορούν διάφορα τμήματα και υπηρεσίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε το Υπουργείο Οικονομικών στις 3 Νοεμβρίου 2000, από τις θέσεις αυτές:

- οι τετρακόσιες (400) είναι θέσεις καθηγητή/εκπαιδευτή στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, όπου υπηρετεί ήδη ίσος αριθμός έκτακτου προσωπικού∙

- οι εκατόν τριάντα τέσσερις (134) θα καλύψουν ανάγκες που προκύπτουν από την προσπάθεια εναρμόνισης σε διάφορες υπηρεσίες∙

- εκατόν δέκα θέσεις (110) δημιουργούνται στα τελωνεία και στην υπηρεσία ΦΠΑ για ενίσχυση της φοροεισπρακτικής ικανότητας και για τον έλεγχο που διενεργούν οι υπηρεσίες αυτές. Παράλληλα, καταργούνται ογδόντα έξι (86) θέσεις και σημειώνονται με διπλό σταυρό (++) για κατάργηση άλλες διακόσιες εννέα (209) θέσεις∙

- η αναβάθμιση οκτακοσίων ογδόντα εννέα (889) θέσεων αφορά Βοηθούς Διευθυντές, Διευθυντές Μέσης Εκπαίδευσης και Επιθεωρητές Α΄ στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, «οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο συμπληρωματικό προϋπολογισμό συνεπάγονται ετήσια δαπάνη ύψους £13,88 εκατομ., με βάση τη μέση ετήσια μακροπρόθεσμη δαπάνη με τιμές του 2000, ενώ ταυτόχρονα άλλες ρυθμίσεις οδηγούν σε εξοικονόμηση ίση προς £1,06 εκατομ. Εάν δε ληφθεί υπόψη ότι δαπάνη ύψους £6,3 εκατομ. διενεργείται με βάση τις πρόνοιες εγκεκριμένων προϋπολογισμών προηγούμενων ετών, καθώς και λόγω κατάργησης αριθμού θέσεων που ήταν σημειωμένες με διπλό σταυρό (++), η καθαρή συνολική δαπάνη θα ανέλθει στο ποσό των £6,51 εκατομ.».

(Συνοπτική κατάσταση για την ίδρυση/κατάργηση θέσεων στη δημόσια υπηρεσία για το 2001, καθώς και άλλοι σχετικοί πίνακες που δεικνύουν την κατάσταση στη δημόσια υπηρεσία για διάφορα έτη σε μόνιμο, έκτακτο και ωρομίσθιο προσωπικό επισυνάπτονται ως Παράρτημα Γ΄.)

3. Κόστος εναρμόνισης - Οικονομική βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση

Ο Υπουργός Οικονομικών κατέθεσε τα ακόλουθα σε σχέση με το κεφάλαιο αυτό:

α. Το κόστος εναρμόνισης είχε υπολογισθεί το 1999 στα £550 εκατομ. περίπου και κάλυπτε την προενταξιακή περίοδο 1999-2002. Με βάση νέο πρόσφατο υπολογισμό, το κόστος αυτό μειώνεται στα £380 εκατομ., διαφορά που οφείλεται, πρώτον, στο ότι δεν περιλαμβάνει το έτος 1999 και, δεύτερον, στο ότι δεν περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

- Περίπου £150 εκατομ. για τη δημιουργία αποθηκευτικών χώρων για τα πετρελαιοειδή για ενενήντα μέρες, όπως είναι η υποχρέωση με βάση το κοινοτικό κεκτημένο. Για το θέμα αυτό έχει ζητηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση μεταβατική περίοδος πέντε χρόνων και η εν λόγω δαπάνη θα γίνει μετενταξιακά.

- Το κόστος πρόσληψης επιπρόσθετου προσωπικού για σκοπούς εναρμόνισης, το ύψος του οποίου θα εξαρτηθεί από τις θέσεις που θα εγκριθούν από τη Βουλή στα πλαίσια του σχετικού συμπληρωματικού προϋπολογισμού του 2000 που εκκρεμεί ενώπιόν της.

- Το κόστος των αποχετευτικών συστημάτων -υπολογίζεται σε £350 εκατομ.- που θα προκύψει μετά το 2002, επειδή δεν είναι εφικτό να κατασκευαστούν αποχετευτικά συστήματα σε όλα τα χωριά με πληθυσμό πέραν των δύο χιλιάδων κατοίκων μέχρι τέλους του 2002, θέμα για το οποίο έχει ζητηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση μεταβατική περίοδος προσαρμογής μέχρι το 2011.

- Το κόστος για εκσυγχρονισμό και αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα.

- Το κόστος για αναβάθμιση των λιμανιών και αεροδρομίων, δεδομένης της πιθανής ανάληψης των έργων αυτών με τη μέθοδο της αυτο-χρηματοδότησης.

β. Αναφορικά με την οικονομική βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν δοθεί τα ακόλουθα στοιχεία:

Από το πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο χρηματοδοτικό πρωτόκολλο σε ευρώ υπήρχαν διαθέσιμοι πόροι 210 εκατομ. (δάνεια 152 εκατομ., χορηγίες 51 εκατομ. και κεφάλαια κινδύνου 7 εκατομ.). Από αυτά έχουν αξιοποιηθεί πλήρως τα 195 εκατομ. (όλο το ποσό των δανείων και των κεφαλαίων κινδύνου και 36 εκατομ. ευρώ από τις χορηγίες).

Δεν αξιοποιήθηκαν 14,5 εκατομ. ευρώ από τα διάφορα πρωτόκολλα -τα 14 εκατομ. ευρώ αφορούν το τρίτο και το τέταρτο χρηματοδοτικό πρωτόκολλο- για λόγους που σχετίζονται με προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την τουρκοκυπριακή πλευρά σε σχέση με διάφορα κατασκευαστικά έργα στην κατεχόμενη Λευκωσία για το κεντρικό αποχετευτικό σύστημα.

Με το νέο χρηματοδοτικό κανονισμό που διαδέχθηκε τα πρωτόκολλα θα διατεθεί για την Κύπρο και τη Μάλτα για το 2000 - 2004 συνολικό ποσό ύψους 95 εκατομ. ευρώ, εκ των οποίων η Κύπρος θα επωφεληθεί των 57 εκατομ. ευρώ. Για το 2000 θα διατεθούν 9 εκατομ. ευρώ (6 εκατομ. θα αφορούν την εναρμόνιση) και για καθένα από τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια θα διατεθούν 12 εκατομ. ευρώ.

4. Βαθμός υλοποίησης αναπτυξιακών έργων

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών ο βαθμός υλοποίησης των αναπτυξιακών έργων για το 2000 αναμένεται να κυμανθεί στα ίδια επίπεδα με το 1999, δηλαδή γύρω στο 70,7%.

Σύμφωνα πάντα με τον Υπουργό Οικονομικών οι σημαντικότεροι παράγοντες που συναρτώνται απόλυτα με το βαθμό υλοποίησης των αναπτυξιακών έργων είναι οι διαδικασίες απαλλοτριώσεων, που έχουν τώρα καταστεί πιο χρονοβόρες λόγω προσφυγής των πολιτών σε ένδικα μέσα, η ευαισθητοποίηση όσον αφορά το περιβάλλον, που επιβάλλει την ετοιμασία των αναγκαίων περιβαλλοντικών μελετών, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η έναρξη ορισμένων έργων, καθώς και τεχνικά ή άλλα προβλήματα στο στάδιο της εκτέλεσης, που συχνά συνεπάγονται αλλαγές σχεδίων και προγράμματος εργασίας.

5. Φορολογική μεταρρύθμιση

Με βάση δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών ενώπιον της επιτροπής στις 25 Οκτωβρίου 2000, το ισχύον φορολογικό σύστημα επανεξετάζεται σε επίπεδο ειδικών επιτροπών, λαμβανομένης υπόψη και της ενταξιακής πορείας της Κύπρου, με πρόθεση όχι την αύξηση των εσόδων του κράτους, αλλά τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών και την απλούστευση του συστήματος. Σύμφωνα με τις ίδιες δηλώσεις αναμένεται η κατάθεση ολοκληρωμένης πρότασης πριν από το τέλος του 2000 και χωρίς κατ’ ανάγκη να προηγηθεί κοινωνικός διάλογος.

6. Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, για να κριθεί η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κατά συνέπεια του Σχεδίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θα πρέπει να παρέλθουν με βάση τον αναλογιστή πενήντα χρόνια. Ο αναλογιστής ετοιμάζει ετήσιες μελέτες με συγκεκριμένες εισηγήσεις και αναφέρει σχετικά ότι για τα επόμενα είκοσι χρόνια το ταμείο δε θα έχει κανένα πρόβλημα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Στις εισηγήσεις περιλαμβάνεται η αύξηση των συντάξεων και η αύξηση των εισφορών. Όσον αφορά τους τρόπους επένδυσης των εσόδων του ταμείου, σε καμιά περίπτωση υπό τις δοσμένες καταστάσεις δεν υιοθετείται η εισήγηση για επένδυση των πόρων του ταμείου στο χρηματιστήριο. Το ενδεχόμενο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί μακροπρόθεσμα και εν πάση περιπτώσει όχι υπό τη σκοπιά της ευνοϊκής επίδρασης που μία ενδεχόμενη επένδυση στο χρηματιστήριο είναι δυνατό να έχει επί των τιμών των μετοχών.

ΣΤ. ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ 2001

Με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από το Σημείωμα για τις Οικονομικές Εξελίξεις για το 2000 και τις Προοπτικές για το 2001 του Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου Προγραμματισμού, η ενοποίηση των τριών κρατικών προϋπολογισμών, δηλαδή του Τακτικού, του Προϋπολογισμού Αναπτύξεως και του Ταμείου Ανακουφίσεως Εκτοπισθέντων και Παθόντων, όπως παρουσιάστηκε με τον προϋπολογισμό του 2000, έχει προωθηθεί περαιτέρω με την ορθολογική ταξινόμηση και συγχώνευση/ανάλυση κονδυλίων, ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα τις δραστηριότητες του κράτους.

Συγκεκριμένες δαπάνες, όπως τα υπηρεσιακά ταξίδια στο εξωτερικό, η φιλοξενία, η εκπαίδευση προσωπικού και άλλα τα οποία προηγουμένως περιλαμβάνονταν κάτω από τα κονδύλια που αφορούσαν διάφορα σχέδια/προγράμματα, έχουν τώρα ενσωματωθεί στα κατάλληλα άρθρα, ώστε να παρουσιάζεται το πραγματικό ύψος των δαπανών για κάθε κατηγορία και δραστηριότητα.

Η ενοποίηση έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί, αλλά υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης, γι’ αυτό συνεχίζεται η ενδελεχής μελέτη και επεξεργασία των διάφορων κονδυλίων, έτσι ώστε στον προϋπολογισμό του 2002 να υπάρξει πλήρης ενοποίηση.

Z. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Η επιτροπή, προτού παραθέσει τις επιμέρους παρατηρήσεις και εισηγήσεις της, θεωρεί αναγκαίο να δηλώσει ότι η έγκριση είτε του συνόλου είτε ορισμένων από τις πρόνοιες που περιέχονται στον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό, δεδομένου του πολιτειακού μας συστήματος, δε συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και έγκριση ή αποδοχή της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Από την άλλη, θεωρεί επίσης σκόπιμο να αναφέρει ότι ορισμένες θέσεις της που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκθεση διατυπώνονται ανεξάρτητα από τη διαμόρφωση της τελικής θέσης των μελών της ως προς τον υπό αναφορά προϋπολογισμό κατά τη συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

1. Γενικές διαπιστώσεις ως προς τη δημοσιονομική κατάσταση

Οι δημοσιονομικοί δείκτες, όπως αυτοί παρουσιάστηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών, δεικνύουν και πάλι ψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, γεγονός το οποίο απασχολεί και ανησυχεί ιδιαίτερα την επιτροπή, παρά το ότι σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών αυτό αναμένεται να παρουσιάσει κάμψη και να προσεγγίσει το 3,3% επί του ΑΕΠ το 2001, σε σύγκριση με 3,9% το 2000. Αν ληφθεί υπόψη ότι ύστερα από την ενοποίηση των τριών κρατικών προϋπολογισμών τα έσοδα του Ταμείου Αμυντικής Θωράκισης κατατίθενται τώρα στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας και ότι αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, οι δαπάνες για την άμυνα είναι λιγότερες από τα έσοδα, η εικόνα του δημοσιονομικού ελλείμματος σε σύγκριση με προηγούμενα έτη δεν είναι βελτιωμένη.

Παράλληλα, παρατηρείται πολύ ανησυχητική διεύρυνση του συνολικού δημόσιου και ενδοκυβερνητικού χρέους τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, το οποίο θα ανέλθει, σύμφωνα με τα κατατεθέντα στοιχεία, στο 101,5% επί του ΑΕΠ το 2001, σε σύγκριση με 98,9% επί του ΑΕΠ το 2000.

Ως προς το δημόσιο χρέος (εξαιρουμένου του ενδοκυβερνητικού), σε σύγκριση με προηγούμενα έτη παρατηρείται κλιμακωτή αύξησή του, η οποία κατά το 2001 θα φτάσει το 63,7% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με 61,8% το 2000, αποκλίνοντας σημαντικά από το κριτήριο σύγκλισης του Μάαστριχτ, δηλαδή από το 60%.

Με ιδιαίτερη επίσης ανησυχία αντικρίζει η επιτροπή τις αυξητικές πληθωριστικές τάσεις, οι οποίες, αν και εν πολλοίς οφείλονται σε εξωγενείς και απρόβλεπτους παράγοντες, όπως είναι η αύξηση στις τιμές των καυσίμων και η άνοδος των τιμών των αγροτικών προϊόντων λόγω της ανομβρίας, έχουν εκτοξεύσει τον πληθωρισμό στο 4,3% - 4,2% το 2000. Οι εν λόγω παράγοντες, σε συνδυασμό με μελλοντική αύξηση του συντελεστή του φόρου προστιθέμενης αξίας, έτσι που να προσεγγίσει σταδιακά το 15% για σκοπούς εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο, δημιουργούν εύλογη ανησυχία και προβληματισμό με ποιους τρόπους η κυβέρνηση ενδέχεται να αντιμετωπίσει πιθανή εκτόξευση του πληθωρισμού σε ποσοστά τέτοια που να καθιστούν δύσκολο τον έλεγχό του και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις σε τάξεις του λαού όπως οι συνταξιούχοι και οι μισθωτοί. Επιπρόσθετα, η επιτροπή τονίζει ότι ο πληθωρισμός θα είναι δύσκολο να ελεγχθεί στο μέλλον, αν το όλο ζήτημα δεν εξεταστεί από τώρα σφαιρικά, ιδιαίτερα εφόσον οι πιέσεις για μισθολογικές αυξήσεις προς την κυβέρνηση συνεχίζονται και τελικά αυτές παραχωρούνται, χωρίς να αξιολογείται επαρκώς η παραγωγικότητα της κάθε ομάδας, γεγονός που συμβάλλει υπό τις δεδομένες συνθήκες πληθωρισμού σε περαιτέρω αύξησή του.

Ικανοποιητικό θεωρεί η επιτροπή το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, ο οποίος υπολογίζεται για το 2001 στο 4,5%, σε σύγκριση με 4,8% κατά το 2000. Όμως αυτός συναρτάται άμεσα με την εξαιρετική επίδοση που παρουσιάζει τώρα ο τουρισμός, αλλά και με την επιτάχυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης, δεδομένα που είναι αστάθμητα και συνεπώς δεν πρέπει να δημιουργούν ευφορία, αφού σε περίπτωση ενδεχόμενης κρίσης θα αποβούν σοβαροί αποσταθεροποιητικοί παράγοντες.

Με ικανοποίηση αλλά όχι με εφησυχασμό αντικρίζεται επίσης από την επιτροπή το γεγονός ότι κατά το 2000 το ποσοστό ανεργίας παρουσίασε ελαφρά κάμψη, δηλαδή περιορίστηκε στο 3,3%, σε σύγκριση με 3,6% το 1999. Σημειώνεται εντούτοις ότι η μείωση της ανεργίας συναρτάται επίσης άμεσα με τη συνεχιζόμενη αυξητική επίδοση του τομέα του τουρισμού κατά το 2000 -παράγοντας ο οποίος εκ των πραγμάτων δημιουργεί αβεβαιότητα- εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους τομείς, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους παρέμειναν σταθεροί ή σημείωσαν κάμψη. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να προβληματίσει τους αρμοδίους ως προς τις μελλοντικές προοπτικές ανάπτυξης των υπόλοιπων αυτών τομέων και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στο ποσοστό της ανεργίας από περαιτέρω κάμψη τους.

Επιπρόσθετα, ως προς το ειδικότερο κεφάλαιο της απασχόλησης στην Κύπρο ξένων εργατών η επιτροπή τονίζει ότι αναμένει από την κυβέρνηση να επανεξετάσει την πολιτική της στο θέμα της παραχώρησης άδειας εργασίας σε αλλοδαπούς σε συνάρτηση με τη γενικότερη οικονομική της πολιτική, ενώ τονίζει ότι αναμένει επίσης αυστηρότερη επιτήρηση και λήψη μέτρων όσον αφορά τα πρόσωπα που εργοδοτούν παράνομα αλλοδαπούς.

2. Επιμέρους παρατηρήσεις και εισηγήσεις

α. Δημοσιονομικό έλλειμμα - Δημόσιες δαπάνες

Είναι πρόδηλο ότι τα δημόσια οικονομικά, με ιδιαίτερη αναφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα και τις ολοένα διογκούμενες δημόσιες δαπάνες, εξακολουθούν να αποκλίνουν από τις επιθυμητές κατευθύνσεις και να εμπνέουν σοβαρές ανησυχίες. Παρά τις εξαγγελθείσες προθέσεις της κυβέρνησης και το πρόγραμμα εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, του οποίου η εφαρμογή άρχισε το 1999 και εκτείνεται μέχρι το 2002, η επιτροπή θεωρεί ότι δεν έχουν καταβληθεί ουσιαστικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση της συγκράτησης των δημόσιων δαπανών ή πως, εν πάση περιπτώσει, οι όποιες προσπάθειες δεν έχουν επαρκώς συγκεκριμενοποιηθεί, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται κατά τα τελευταία χρόνια η ίδια τετριμμένη εικόνα ως προς τους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος.

Μέσα στα πλαίσια της συζήτησης σε σχέση με το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος, ιδιαίτερη σημασία, όπως είναι γνωστό, αποδίδεται από την επιτροπή στο μέγεθος και την παραγωγικότητα της δημόσιας υπηρεσίας, της οποίας οι δαπάνες μονοπωλούν τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και στα ειδικότερα προβλήματα που την ταλανίζουν και που μεγεθύνουν επικίνδυνα το δημοσιονομικό έλλειμμα, δηλαδή στα λειτουργικά της έξοδα, στην πρόσληψη μόνιμου και έκτακτου προσωπικού, στα ναύλα και τα ταξίδια στο εξωτερικό, στην επιμόρφωση κ.ά.

Η επιτροπή διατηρεί ακράδαντα την πεποίθηση ότι προς την κατεύθυνση της συμπίεσης των ειδικών αυτών δαπανών δεν κατεβλήθη ιδιαίτερη προσπάθεια εκ μέρους της κυβέρνησης. Με εξαίρεση το θέμα της εξαγγελίας της μη δημιουργίας νέων μόνιμων θέσεων στη δημόσια υπηρεσία, για το οποίο υπήρξε σχετική μόνο συνέπεια, υπό την έννοια ότι οι προϋπολογισμοί των τελευταίων ετών δεν προέβλεπαν τη δημιουργία παρά ελάχιστων ή και καθόλου νέων θέσεων, για τα υπόλοιπα προβλήματα δεν έχουν ληφθεί ριζοσπαστικά διορθωτικά μέτρα.

Εντούτοις, η συνεπής θέση της κυβέρνησης σε σχέση με τη μη δημιουργία ή την αναβάθμιση υφιστάμενων θέσεων στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι φαινομενική και επίπλαστη, αφού εκ των υστέρων αναστρέφεται με την υποβολή εντός του ιδίου έτους συμπληρωματικών προϋπολογισμών, οι οποίοι κατατίθενται στη Βουλή με την αιτιολογία ότι ο αριθμός των υπό ίδρυση νέων θέσεων είναι ελάχιστος, ότι οι προτεινόμενες θέσεις δημιουργούνται έναντι κατάργησης άλλων, ότι αφορούν εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων, ότι αφορούν την ένταξη έκτακτων υπαλλήλων με βάση σχετικές νομοθεσίες ή ότι αφορούν τους ζωτικούς τομείς της υγείας ή της παιδείας.

Είναι εμφανές ότι η Βουλή βρίσκεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων έναντι τετελεσμένων, ιδιαίτερα όταν τα επιχειρήματα που προτάσσονται είναι της φύσεως των ανωτέρω. Η ίδρυση νέων θέσεων με συμπληρωματικούς προϋπολογισμούς σημαίνει αυτόματη ενσωμάτωση των εν λόγω θέσεων στον επόμενο ετήσιο προϋπολογισμό, με αποτέλεσμα στο σύνολό του το δημοσιονομικό έλλειμμα να αυξάνεται ή εν πάση περιπτώσει να διατηρείται στα ίδια επίπεδα, ενώ την ίδια ώρα η τελική διαμόρφωση και η εικόνα των δημοσιονομικών δεικτών είναι πλασματική. Γι’ αυτό η επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να τονίσει εμφαντικά ότι το βάρος της μείωσης των δημόσιων δαπανών το φέρει αποκλειστικά και μόνο η κυβέρνηση και δεν μπορεί, όπως κι αν αντικριστεί το ζήτημα, το βάρος αυτό να μετατίθεται με διάφορους τρόπους στη Βουλή.

Σε συνάρτηση με το ίδιο θέμα η επιτροπή καυτηριάζει τη συνέχιση της τακτικής της πρόσληψης έκτακτου προσωπικού. Η Βουλή έχει νομοθετήσει πολλές φορές, κατά τρόπο που να διασφαλίζεται πλέον ότι οι προσλήψεις έκτακτου προσωπικού δε δημιουργούν αυτοδίκαια αξιώσεις για μονιμοποίηση. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δε συνεπάγεται ότι οι προσλήψεις εκτάκτων ή οι παρατάσεις των υπηρεσιών τους πρέπει να συνεχίζονται, και μάλιστα χωρίς τα αναγκαία ή πολλές φορές με εντελώς ανεπαρκή δικαιολογητικά, εκεί όπου θα μπορούσε με πιο ορθολογική κατανομή του υφιστάμενου εναλλάξιμου προσωπικού να εξυπηρετούνταν καλύτερα οι ανάγκες των συγκεκριμένων υπηρεσιών, αλλά και να βελτιωνόταν η παραγωγικότητα των εν λόγω υπαλλήλων. Η επιτροπή σημειώνει τον πολύ μεγάλο αριθμό αιτιολογικών σημειωμάτων που η κυβέρνηση καταθέτει στη Βουλή ζητώντας την πρόσληψη εκτάκτων ή την παράταση των υπηρεσιών τους ή την εξαίρεση από τη νομοθεσία για την αναστολή πλήρωσης μόνιμων θέσεων και είναι σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία, όταν της ζητηθεί.

Η Βουλή, επιδεικνύοντας πολλές φορές την ευαισθησία της στα προβλήματα της δημόσιας υπηρεσίας, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι επέστη ο χρόνος για ριζικές τομές. Αποτελεί πλέον επιτακτική ανάγκη η χάραξη από την κυβέρνηση μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης στρατηγικής και η υλοποίησή της μέσα σε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Στόχοι της στρατηγικής αυτής θα πρέπει να είναι ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας υπηρεσίας και η αύξηση της παραγωγικότητας. Η επιτροπή πιστεύει ότι η εισαγωγή σύγχρονων διοικητικών μεθόδων είναι το πρώτιστο, σε συνδυασμό με την εισαγωγή νέων διαδικασιών αποκέντρωσης και με μηχανογράφηση. Θα πρέπει ακόμη να αρχίσει και να ολοκληρωθεί με γοργούς ρυθμούς η εκπαίδευση όλων των δημόσιων υπαλλήλων στο σύγχρονο ενταξιακό πνεύμα. Τέλος, η εισαγωγή νέου δικαιότερου συστήματος αξιολόγησης, η δημιουργία νέων κινήτρων και η πραγματική επιβράβευση της συνέπειας και του επαγγελματισμού είναι ζητήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν σοβαρά τους αρμοδίους μέσα στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της δημόσιας υπηρεσίας.

Η επιτροπή αναμένει την κατάθεση ενώπιόν της συγκεκριμένης στρατηγικής και δηλώνει ότι είναι έτοιμη να συζητήσει τα οποιαδήποτε επιμέρους σχετικά θέματα. Με την ευκαιρία αυτή, η επιτροπή δεν παραλείπει να χαιρετίσει την πρόσφατη εισαγωγή σε διάφορα τμήματα του Υπουργείου Εσωτερικών του Χάρτη του Πολίτη ως ένα από τα σημαντικά νέα βήματα που θα συμβάλουν στην καλύτερη εξυπηρέτηση του κοινού.

Περαιτέρω, θα πρέπει να τονιστεί η ανάγκη εντατικοποίησης των προσπαθειών της κυβέρνησης για πάταξη των περιπτώσεων κατάχρησης εξουσίας και διασπάθισης δημόσιου χρήματος, τόσο με προληπτικό έλεγχο όσο και με λήψη μέτρων για την καταστολή τους. Καλείται η κυβέρνηση να εγκύψει με προσοχή στην ανάγκη επισκόπησης και εκσυγχρονισμού της ισχύουσας νομοθεσίας, έτσι που δημιουργώντας ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο να αποτρέπονται, ει δυνατόν εν τη γενέσει τους, τα θλιβερά αυτά φαινόμενα. Εν ανάγκη καλείται να αναθέσει σε εγνωσμένου κύρους νομικούς τη σφαιρική μελέτη της ισχύουσας νομοθεσίας και την υποβολή εισηγήσεων για βελτιωτικές τροποποιήσεις εκείνων των ειδικών νόμων των οποίων τα κενά τυγχάνουν εκμετάλλευσης από επιτηδείους.

Περαιτέρω και μέσα στα πλαίσια του γενικότερου θέματος που αφορά το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος, η επιτροπή επιθυμεί να επισημάνει ότι είναι ενήμερη πως, προς την κατεύθυνση της συγκράτησης των δημόσιων δαπανών, η κυβέρνηση συνεχίζει τις διαβουλεύσεις της με τη συνδικαλιστική πλευρά για τη μείωση του ύψους της κλίμακας των νεοεισερχομένων στη δημόσια υπηρεσία, καθώς επίσης και για την αύξηση του συνταξιοδοτικού ορίου ηλικίας. Αναμένει λοιπόν ότι εντός του 2001 η κυβέρνηση θα είναι έτοιμη να καταθέσει στη Βουλή τις τελικές της προτάσεις, θεωρώντας ότι η αβεβαιότητα ως προς την έκβαση των δύο αυτών θεμάτων δεν πρέπει να συνεχίζεται.

Μέσα στα ίδια πλαίσια, η επιτροπή επιθυμεί να δηλώσει ότι δεν παραγνωρίζει τις αυξημένες πιέσεις που ασκούνται από πολλές κοινωνικές ομάδες προς την κυβέρνηση με διάφορους τρόπους όσον αφορά την παραχώρηση ή την αύξηση χορηγιών, όπως επίσης τις επιδοτήσεις και εγγυήσεις που παραχωρούνται στους ημικρατικούς οργανισμούς και στους δήμους, καθώς και τις επιδοτήσεις στις τιμές των καυσίμων, οι οποίες στο σύνολό τους συμβάλλουν αναπόφευκτα στη διατήρηση, αν όχι στην αύξηση, του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Η επιτροπή δεν παραγνωρίζει ακόμη το βάρος που προκαλείται επί των δημόσιων οικονομικών, ιδιαίτερα σε σχέση με την εικόνα που παρουσιάζεται στον εκάστοτε ετήσιο προϋπολογισμό, από τον αναγκαίο προγραμματισμό μεγάλων αναπτυξιακών έργων. Σημειώνει όμως ότι οι τελικές επιπτώσεις από τον προγραμματισμό και την κατασκευή των έργων αυτών επί των δημόσιων οικονομικών συναρτώνται απόλυτα με τον ετήσιο βαθμό υλοποίησης του προϋπολογισμού και την έναρξη ή συμπλήρωση μέσα στα δηλωθέντα χρονοδιαγράμματα των διάφορων αναπτυξιακών έργων.

Έχει ακόμη επίγνωση ότι προς την κατεύθυνση της αύξησης των δημόσιων εσόδων απαιτείται η εισαγωγή φορολογικών μέτρων και ότι από την πρόσφατη αύξηση του συντελεστή του φόρου προστιθέμενης αξίας κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες η κυβέρνηση, λόγω διάφορων αντισταθμιστικών κοινωνικών μέτρων συνολικού ύψους £47,2 εκατομ., τα οποία παραχωρήθηκαν κατ’ απαίτηση της Βουλής, σύμφωνα με δηλώσεις της δε θα αποκομίσει οποιαδήποτε καθαρά έσοδα και εντός του 2000 καμία άλλη θετική επίδραση δε θα υπάρξει επί των δημόσιων οικονομικών. Ως προς την τελευταία αυτή δήλωση της κυβέρνησης η επιτροπή επισημαίνει ότι, με βάση τα στοιχεία που της δόθηκαν από τους αρμοδίους, δεν είναι πεπεισμένη ότι δεν υπήρξαν οποιαδήποτε επιπρόσθετα έσοδα κατά το 2000 από την αύξηση του συντελεστή του ΦΠΑ. Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση έχει πολύ μεγάλα έσοδα από το χρηματιστηριακό τέλος, το οποίο επιβλήθηκε για πρώτη φορά το 2000 και το οποίο θα συνεχίσει να εισπράττεται μέχρι τέλους του 2001.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα συμπληρωματικά στοιχεία που η επιτροπή ζήτησε από την κυβέρνηση, τα έσοδα από το ΦΠΑ τα τελευταία τρία χρόνια έχουν ως ακολούθως:

1998 £225,8 εκατομ.

1999 £236,1 εκατομ.

2000 (προβλεπόμενα) £298,2 εκατομ.

2001 (προϋπολογιζόμενα) £346,0 εκατομ.

Επισημαίνεται επίσης ότι από την υποχρέωση για καταβολή έκτακτης εισφοράς για την άμυνα και από τους φόρους κατανάλωσης επί των τσιγάρων, των αλκοολούχων ποτών και των οχημάτων παντός εδάφους, οι οποίοι επιβλήθηκαν επί των τσιγάρων στις 3 Ιουνίου 1999 και επί των αλκοολούχων ποτών και οχημάτων παντός εδάφους την 21η Οκτωβρίου 1999, η κυβέρνηση εισπράττει επιπρόσθετα πάνω σε ετήσια βάση £14 εκατομ.

Η επιτροπή έχει επίσης σημειώσει και αναμένει από την κυβέρνηση να καταθέσει τις νέες της προτάσεις για εκσυγχρονισμό και απλούστευση του φορολογικού συστήματος. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών, από την αναμενόμενη φορολογική μεταρρύθμιση δε θα υπάρξουν νέα έσοδα για το κράτος. Η επιτροπή όμως αναμένει ότι αυτή θα αποτελέσει το πλαίσιο για μελλοντική συζήτηση των τρόπων εξασφάλισης νέων εσόδων στη βάση της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών και της διαφοροποίησης του τρόπου φορολόγησης των εταιρειών.

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω δεδομένων, η επιτροπή δηλώνει ακόμη έτοιμη να συζητήσει προτάσεις για την επιβολή διάφορων έμμεσων φορολογιών, νοουμένου ότι θα συνοδεύονται με άλλα σχετικά μέτρα για δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, όπως είναι οι φόροι κατανάλωσης επί συγκεκριμένων καταναλωτικών αγαθών ή σε σχέση με τις χρηματιστηριακές επενδύσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Υιοθετεί επίσης την προσέγγιση ότι θα πρέπει να εξευρεθούν τρόποι και εργαλεία ενθάρρυνσης καλών και αποδοτικών επενδύσεων, το οποίο βέβαια αναμένει ότι είναι δυνατό να επιτευχθεί και μέσω της επικείμενης ελευθεροποίησης των επιτοκίων.

Στο σημείο αυτό η επιτροπή θεωρεί υποχρέωσή της να δηλώσει ικανοποίηση για τη βελτίωση της φοροεισπρακτικής ικανότητας του κράτους και καλεί την κυβέρνηση να εξαγγείλει συγκεκριμένα μέτρα για περαιτέρω πάταξη της φοροδιαφυγής, φαινόμενο το οποίο θεωρεί ότι δημιουργεί σοβαρές κοινωνικές αδικίες, χωρίς να παραγνωρίζει επίσης ότι η αναμενόμενη απλούστευση του φορολογικού συστήματος θα συμβάλει και στην αντιμετώπιση του φαινομένου της φοροαποφυγής.

Η επιτροπή επιθυμεί περαιτέρω να δηλώσει ότι η κατάθεση στη Βουλή των προτάσεων της κυβέρνησης για φορολογική μεταρρύθμιση, παρά τις κατά καιρούς σχετικές δηλώσεις της κυβέρνησης, έχει καθυστερήσει. Ιδιαίτερα τονίζει ότι η τελική κατάθεση των σχετικών νομοσχεδίων στη Βουλή, όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, δεν αναμένεται σύντομα. Το γεγονός ότι η παρούσα Βουλή εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο ενόψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών θα έπρεπε να είχε συνεκτιμηθεί από την κυβέρνηση σε πολύ προγενέστερο στάδιο, έτσι που με τις κατάλληλες ενέργειες εκ μέρους της η φορολογική μεταρρύθμιση να αποτελούσε αντικείμενο διαβούλευσης με τη Βουλή και τελικής συζήτησής της από την επιτροπή πριν από την έναρξη της συζήτησης του κρατικού προϋπολογισμού του 2001.

Κάποια θετική επίδραση επί των δημόσιων οικονομικών αναμένει η επιτροπή από την εφαρμογή του νέου Χρηματοδοτικού Κανονισμού Κύπρου - Μάλτας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2000-2004. Ιδιαίτερα όσον αφορά το κόστος της εναρμόνισης, η επιτροπή αναμένει από την κυβέρνηση, στα πλαίσια του επόμενου κρατικού προϋπολογισμού, εκείνα τα συγκεκριμένα στοιχεία μέσα από τα οποία θα είναι σε θέση να αξιολογήσει τους τρόπους με τους οποίους θα έχουν οι πόροι αυτοί στο μεταξύ επωφελώς χρησιμοποιηθεί. Ως προς το ίδιο ζήτημα, η επιτροπή, αφού μελέτησε τα στοιχεία που κατατέθηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών όσον αφορά τα κονδύλια που θα παραχωρηθούν στην Κύπρο μέσα στα πλαίσια του σχετικού χρηματοδοτικού κανονισμού, θεωρεί τα εν λόγω κονδύλια ουσιαστικά ασήμαντα. Η εν λόγω επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη ότι η Κύπρος θα έπρεπε να είχε ήδη επωφεληθεί τα τελευταία χρόνια από τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως επωφελήθηκαν όλες οι υποψήφιες χώρες και όπως επωφελείται η Μάλτα αυτή τη στιγμή. Γι’ αυτό καλείται η κυβέρνηση να εντατικοποιήσει τις ενέργειές της για εξασφάλιση περαιτέρω κονδυλίων από τους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

β. Δημόσιο χρέος

Το διευρυμένο δημόσιο χρέος, η απόκλιση από τα κριτήρια σύγκλισης και το βάρος που δυνατό να έχει η συνεχιζόμενη διόγκωση του χρέους αυτού στις επερχόμενες γενεές ανησυχεί ιδιαίτερα την επιτροπή. Επίσης, η επιτροπή θεωρεί σοβαρό ζήτημα την εξυπηρέτηση του χρέους αυτού, με την κυβέρνηση να καταφεύγει τα τελευταία χρόνια σε πρόσθετο δανεισμό για αποπληρωμή του χρέους και αυτό παρά το ότι το πρωτογενές πλεόνασμα συνεχίζει να παρουσιάζεται θετικό. Σημειώνεται βέβαια η δήλωση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση κατά τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες δεν έχει προστρέξει σε εξωτερικό δανεισμό για αποπληρωμή τόκων. Η επιτροπή δηλώνει ότι το ζήτημα του διογκούμενου δημόσιου χρέους και οι σκοποί τους οποίους αυτό εξυπηρετεί θα την απασχολήσουν στο μέλλον εκτενέστερα και ότι θα επανέλθει, για να σχολιάσει περαιτέρω, με βάση τα στοιχεία που θα ζητήσει να κατατεθούν από την κυβέρνηση, τα ειδικότερα θέματα που αφορούν το βαθμό εξυπηρέτησης του χρέους αυτού σε συνάρτηση με τη χρηματοδότηση παραγωγικών ή άλλων επενδύσεων.

Όσον αφορά το ενδοκυβερνητικό χρέος προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η επιτροπή προβληματίζεται έντονα κατά πόσο το κράτος έχει τη δυνατότητα να αποπληρώσει μακροπρόθεσμα τις οφειλές του προς αυτό και τονίζει ότι, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της, σε καμιά άλλη χώρα δε γίνεται δανεισμός της κυβέρνησης από ανάλογης μορφής ασφαλιστικά ταμεία.

Η δανειοδότηση της κυβέρνησης από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα πρέπει να απασχολήσει πολύ σοβαρά τους αρμοδίους, οι οποίοι γνωρίζουν ότι για το θέμα αυτό η επιτροπή έχει εκφράσει επανειλημμένα τις ανησυχίες της, ιδιαίτερα όταν με βάση το κοινοτικό κεκτημένο είναι ήδη γνωστό ότι η κυβέρνηση δε θα έχει πλέον τη δυνατότητα να προσφεύγει στις γνωστές πηγές δανειοδότησης.

Τέλος, επισημαίνεται ότι η εξάρτηση της κυπριακής οικονομίας από τις υπηρεσίες και ειδικότερα από τον τουρισμό δημιουργεί συνθήκες επισφαλείς και ικανές σε συνθήκες κρίσης να ανατρέψουν όλα τα παρόντα δεδομένα, αφού σε τέτοια περίπτωση η οποιαδήποτε αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος θα μεγεθύνει αναπόφευκτα το δημόσιο χρέος, με απρόβλεπτες συνέπειες από το φαύλο κύκλο που θα δημιουργηθεί.

γ. Ανάπτυξη της οικονομίας - Προοπτικές

Η οικονομία της Κύπρου βρίσκεται αντιμέτωπη τα τελευταία χρόνια με ένα πρωτόγνωρο φάσμα προοπτικών και τα νέα αστάθμητα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης, αλλά και των απαιτήσεων που προκύπτουν από την ενταξιακή της πορεία. Απόλυτα συνυφασμένα με τα νέα αυτά δεδομένα είναι τα κεφάλαια της ελευθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα και της ελευθεροποίησης των επιτοκίων, καθώς και τα κεφάλαια των επενδύσεων, της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, της χρηματοδότησης μεγάλων αναπτυξιακών έργων και της δημιουργίας συνθηκών ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς της οικονομικής ζωής. Επιπρόσθετα, η κυπριακή οικονομία και κοινωνία βρίσκονται αντιμέτωπες με τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί από τη λειτουργία του χρηματιστηριακού θεσμού. Ήδη η πλειοψηφία των θεμάτων αυτών συζητείται και εξετάζεται με διάφορες μορφές και τρόπους από την επιτροπή και η Βουλή είναι κοινωνός όλων των πτυχών που συνιστούν τα ζητήματα αυτά.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, η επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι αναγνωρίζει την αναγκαιότητα σοβαρών τομών και διαρθρωτικών αλλαγών, με στόχο τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας μας και τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς και κεφάλαια της οικονομίας. Δεν παραγνωρίζεται καθόλου η αναγκαιότητα ελευθεροποίησης ζωτικών τομέων που επηρεάζουν την οικονομική ζωή, όπως είναι για παράδειγμα η ελευθεροποίηση της εισαγωγής και εμπορίας καυσίμων, των αερομεταφορών και των τηλεπικοινωνιών. Αυτό όμως δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ισοπέδωση των κεκτημένων των εργαζομένων ούτε εκποίηση της κρατικής περιουσίας. Με αυτά τα δεδομένα η επιτροπή αποδίδει επίσης ιδιαίτερη σημασία στην επέκταση του κοινωνικού ρόλου του κράτους και στην περαιτέρω ανάπτυξη της κοινωνικής του πολιτικής.

Για το σκοπό αυτό κατά την ανανεωτική αυτή προσπάθεια πρέπει να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη οι σοβαρές ευαισθησίες της κυπριακής κοινωνίας, οι οποίες δεν πρέπει να παραγνωρίζονται, η ιδέα ότι η κοινωνική ειρήνη πρέπει να πρυτανεύει και σε γενικές γραμμές ότι κάθε οικονομία, και ιδιαίτερα η κυπριακή, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται στη βάση των δικών της ιδιαιτεροτήτων. Μέσα στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων αυτών, οι οποίες συνίστανται μεταξύ άλλων στις συνεχιζόμενες συνθήκες ημικατοχής, στο μικρό εύρος της οικονομικής δραστηριότητας λόγω της έκτασης της Κύπρου, του μικρού πληθυσμού, της έλλειψης εκμεταλλεύσιμων φυσικών πόρων και στη σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από τον τουρισμό, δε θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι είναι με πνεύμα σύνεσης, σοβαρότητας, συνεργασίας και συναίνεσης μεταξύ κυβέρνησης και Βουλής που όλα τα μεγάλα θέματα της οικονομίας είναι δυνατό να επιλυθούν. Μέσα στο πνεύμα αυτό είναι δυνατό να εξευρεθούν οι επιθυμητές λύσεις που θα αναγάγουν ημικρατικούς οργανισμούς κοινής ωφέλειας σε σύγχρονες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και που θα εκσυγχρονίσουν το φορολογικό σύστημα στη βάση της μείωσης εκείνων των άμεσων φορολογιών που στην πλειοψηφία τους αυτή τη στιγμή επωμίζεται ο πολίτης σε δυσαναλογία προς την πραγματική του συμβολή στο ΑΕΠ και σε συνθήκες ανισότητας ως προς τη συνεισφορά του στα βάρη αυτά έναντι πιο προνομιούχων τάξεων του λαού. Μόνο υπό το πρίσμα αυτό είναι δυνατό η κυπριακή οικονομία να μεταβεί ομαλά στα νέα δεδομένα και να προσαρμοστεί ευκολότερα στις προκλήσεις των καιρών.

Το μικρό εύρος της κυπριακής οικονομίας δημιουργεί εκ των πραγμάτων την ανάγκη για επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας στο εξωτερικό και διείσδυση, ει δυνατόν, σε ξένες αγορές. Μέχρις ότου καταστεί δυνατή η προοπτική αυτή με τις κατάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις, είναι αναγκαία η ενίσχυση του ζωτικού τομέα των υπηρεσιών, η περαιτέρω ενίσχυση των παραδοσιακών τομέων, όπως είναι η γεωργία -τομέας ο οποίος τονίζεται ότι δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί- και οι κατασκευές, και η μετατροπή της Κύπρου σε αξιόλογο κέντρο επαγγελματικών υπηρεσιών στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Ως προς τον παραδοσιακό τομέα της μεταποίησης, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται από την επιτροπή στην προσέλκυση και ανάπτυξη υψηλής τεχνολογίας και στη βελτίωση της παραγωγικότητας και κυρίως της ποιότητας, ώστε τα προϊόντα μας να καταστούν ανταγωνιστικότερα τόσο εντός της κυπριακής αγοράς όσο και στο εξωτερικό.

δ. Χρηματιστηριακός θεσμός

Ως προς το θεσμό και τη λειτουργία του χρηματιστηρίου, η επιτροπή αναγνωρίζει το μέγιστο ρόλο που διαδραματίζει στα οικονομικά δρώμενα του τόπου και στην αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας, συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση παραγωγικών και κατ’ επέκταση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Είναι γνωστά σε όλους τα προβλήματα που ταλανίζουν το θεσμό και το ότι η Βουλή, στην προσπάθειά της να συμβάλει στην ομαλότερη λειτουργία του θεσμού, έχει πολλές φορές αναλάβει πρωτοβουλίες, τις οποίες κανονικά θα έπρεπε να είχε αναλάβει η κυβέρνηση και άλλα αρμόδια σώματα, με δεδηλωμένη εκ των προτέρων και σαφή τοποθέτηση ως προς την αναγκαιότητα ή μη για λήψη διορθωτικών και άλλων μέτρων.

Η επιτροπή δεν επιθυμεί να σχολιάσει περαιτέρω το ζήτημα αυτό, δεδομένου του γεγονότος ότι έχει πάρει τέτοιες προεκτάσεις και εξετάζεται ως προς την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου του χρηματιστηρίου από τον εμπειρογνώμονα που η κυβέρνηση έχει μετακαλέσει και ως προς το ενδεχόμενο διάπραξης ατασθαλιών και αδικημάτων από την ειδικά διορισθείσα, κατ’ απαίτηση και κατόπιν πρωτοβουλίας της Βουλής, ερευνητική επιτροπή.

Οι μοναδικές επισημάνσεις που κρίνεται σκόπιμο να γίνουν ως προς το θέμα αυτό είναι ότι η επιτροπή, μέσα από το παραπεμφθέν και εκκρεμούν ενώπιόν της νομοσχέδιο που προνοεί τη δημιουργία νέου θεσμικού πλαισίου για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, θα επιδιώξει, χωρίς να διαταράσσονται οι αναγκαίες ισορροπίες, να προσδοθεί στην επιτροπή αυτή πραγματικό κύρος και αυτονομία, ώστε να μπορέσει ενδυναμωμένη να επιτελέσει το ρόλο της στον ευαίσθητο αυτό χώρο.

Επιπλέον, επιθυμεί να επισημάνει ότι η προστασία του επενδυτικού κοινού, με ιδιαίτερη έμφαση στην επιμόρφωση και στη σωστή ενημέρωση και πληροφόρησή του μέσα στα πλαίσια των πολύ νέων και άγνωστων συνθηκών που δημιούργησε η λειτουργία του χρηματιστηριακού θεσμού στην Κύπρο, αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί πρώτιστη υποχρέωση της κυβέρνησης. Η επιτροπή ανέμενε ότι η κυβέρνηση θα είχε αναλάβει από καιρό το ρόλο αυτό και ότι μέσω των αρμόδιων σωμάτων της θα είχε ήδη προχωρήσει μεθοδικά να εκπληρώσει το καθήκον της αυτό, πράγμα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε.

ε. Παρουσίαση/μορφή προϋπολογισμού - Βαθμός υλοποίησης - Κόστος εναρμόνισης

Για δεύτερη συνεχή χρονιά ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός κατατίθεται στη Βουλή σε ενοποιημένη μορφή. Η επιτροπή επισημαίνει ότι δεν έχουν ούτε και φέτος επέλθει ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο παρουσίασης των διάφορων κονδυλίων παρά την ενοποίηση των τριών προϋπολογισμών, δηλαδή του Τακτικού, του Προϋπολογισμού Αναπτύξεως και του Ταμείου Ανακουφίσεως Εκτοπισθέντων και Παθόντων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αναφύονται αντικειμενικές δυσκολίες στη μελέτη του κειμένου του σχετικού προϋπολογισμού και στην εξέταση και σφαιρική εκτίμηση επιμέρους κονδυλίων.

Αναμένεται η απλούστευση της παρουσίασης του προϋπολογισμού, στη βάση της αρχής της διαφάνειας, έτσι που να καθίσταται εύκολη η άσκηση ελέγχου, με άξονα τη συγκέντρωση και συγχώνευση διάσπαρτων κονδυλίων για τον ίδιο σκοπό και για δαπάνες της ίδιας μορφής, την αποφυγή επικαλύψεων, τον ορθολογικό διαχωρισμό των κεφαλαιουχικών και των καταναλωτικών δαπανών, με τελικό στόχο την αποφυγή της σύγχυσης και της παρουσίασης νοθευμένης εικόνας του προϋπολογισμού.

Περαιτέρω, η επιτροπή επισημαίνει ότι δεν είναι εμφανές στον υπό συζήτηση προϋπολογισμό το καθόλου ευκαταφρόνητο και διφορούμενο κόστος της εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο ούτε αναλύεται με οποιοδήποτε τρόπο σε ξεχωριστό κεφάλαιο ούτε και στα επεξηγηματικά υπομνήματα που τον συνοδεύουν. Είναι αδύνατο να διακριβώσει κανείς ποια είναι τα αντίστοιχα κονδύλια και εξίσου δύσκολο να διαπιστώσει ποιες είναι οι αντίστοιχες μόνιμες θέσεις στη δημόσια υπηρεσία. Αυτό σημειώνεται ότι δεν παρουσιάζεται ούτε και στα συμπληρωματικά στοιχεία που κατατέθηκαν στις 3 Νοεμβρίου 2000. Στο σημείο αυτό η επιτροπή δηλώνει ότι αναμένει από την κυβέρνηση να υποβάλει, ταυτόχρονα με την κατάθεση του επόμενου ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού, σαφή και συνολικό περίγραμμα που θα περιλαμβάνει όλες τις θέσεις στη δημόσια υπηρεσία που εξυπηρετούν το σκοπό της εναρμόνισης, μόνιμες και έκτακτες, τις συγκεκριμένες ημερομηνίες πρόσληψης των υπηρετούντων, καθώς και την αναμενόμενη διάρκεια των υπηρεσιών τους.

Αναφορικά με το βαθμό υλοποίησης του προϋπολογισμού, ενώ οι επιβραδυντικοί παράγοντες που έχει αναφέρει ο Υπουργός Οικονομικών και που σχετίζονται με τις νομικές διαδικασίες ως προς τις απαιτούμενες απαλλοτριώσεις και τις αναγκαίες περιβαλλοντικές μελέτες είναι γνωστοί στην επιτροπή, παρά ταύτα δε δικαιολογούν τις οποιεσδήποτε καθυστερήσεις στην εκτέλεση των έργων με όλα τα επακόλουθα, που είναι η αύξηση του κατασκευαστικού κόστους, η απώλεια ωφέλειας από τη μη συμπλήρωσή τους και η πιθανή εκμετάλλευση των καθυστερήσεων από επιτηδείους για την επίτευξη προσωπικού οφέλους. Εφόσον οι πιο πάνω παράγοντες είναι γνωστοί εκ των προτέρων, θα πρέπει να συνεκτιμώνται στο στάδιο του προγραμματισμού και σε συνάρτηση πάντα με το χρόνο κατάρτισης του προϋπολογισμού από τα αρμόδια τμήματα, έτσι που στην τελική παρουσίαση να μην εμφανίζεται εσφαλμένη εικόνα.

Η επιτροπή, υποβάλλοντας την παρούσα έκθεσή της για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2001 στην ολομέλεια του σώματος, τονίζει συμπερασματικά ότι πρωταρχικός στόχος της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι ο ετήσιος ποσοστιαίος περιορισμός των δημόσιων δαπανών, με απώτερο σκοπό μέχρι την αναμενόμενη ημερομηνία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος να μειωθεί δραστικά.

Η κυβέρνηση για την επίτευξη του στόχου αυτού θα πρέπει να προβεί σε σαφή ιεράρχηση των προτεραιοτήτων της όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες, πάντα σε συνάρτηση με μία ισοζυγισμένη φορολογική πολιτική και μέσα σε πλαίσια συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να προβεί σε εξισορρόπηση του δημόσιου δανεισμού στον οποίο προσφεύγει και να προχωρήσει με ευελιξία στη λήψη εκείνων των αποφάσεων οι οποίες θα δημιουργήσουν συνθήκες περαιτέρω σταθεροποίησης της οικονομίας σε επίπεδο πλήρους απασχόλησης, καταπολεμώντας ταυτόχρονα το διογκούμενο πληθωρισμό με ενίσχυση των συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού. Στην πορεία αυτή θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική ως προς τους χειρισμούς της και θα πρέπει να έχει πάντα ως γνώμονα τις ιδιαιτερότητες και ευαισθησίες της κυπριακής κοινωνίας και την αναγκαιότητα οι οποιεσδήποτε νέες τομές και διαρθρωτικές αλλαγές να επέλθουν σταδιακά και χωρίς να επηρεάζουν τις κοινωνικές ισορροπίες.

Η επιτροπή στο στάδιο αυτό αποφάσισε να μην προχωρήσει σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις ή σε περικοπές οποιωνδήποτε επιμέρους κονδυλίων. Εντούτοις, τα μέλη της επιτροπής επιφυλάσσονται να εισηγηθούν τροπολογίες σε επιμέρους κονδύλια και να τοποθετηθούν ανάλογα στο στάδιο της κατά κεφάλαιο έγκρισης των δαπανών του υπό αναφορά προϋπολογισμού κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια του σώματος.

Με τις επιφυλάξεις αυτές, η επιτροπή υποβάλλει στη Βουλή για ψήφιση τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό. Οι τροπολογίες του προϋπολογισμού που στο μεταξύ κατατέθηκαν από την εκτελεστική εξουσία αποφασίστηκε να υποβληθούν στην ολομέλεια του σώματος και, αφού ληφθούν τελικές αποφάσεις σε εκείνο το στάδιο, να ενσωματωθούν ανάλογα στο τελικό κείμενο μαζί με τυχόν τροπολογίες βουλευτών οι οποίες ενδεχομένως θα υποβληθούν και θα εγκριθούν από το σώμα.

Τέλος, η επιτροπή επισημαίνει ότι και φέτος η όλη συζήτηση και μελέτη του κρατικού προϋπολογισμού διεξήχθη υπό τις γνωστές και δεδομένες συνθήκες που επικρατούν στο συγκεκριμένο ανεπαρκή χώρο όπου στεγάζεται η Βουλή, με αποτέλεσμα να έχει στη διάθεσή της περιορισμένα μέσα και διευκολύνσεις τόσο όσον αφορά ανθρώπινο δυναμικό όσο και τεχνικά μέσα για διεξαγωγή ενδελεχούς και εις βάθος έρευνας.

 

29 Δεκεμβρίου 2000

 

*Πατήστε εδώ για τα παραρτήματα που αναφέρονται στην έκθεση.

 

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων