Αρχείο

Back ] Up ] Next ]    

Εκθέσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο που τιτλοφορείται «Ο περί Προϋπολογισμού του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Νόμος του 2000»

Παρόντες:

Μάρκος Κυπριανού, πρόεδρος

Κίκης Καζαμίας

Νίκος Μουσιούττας

Γιώργος Λιλλήκας

Ισίδωρος Μακρίδης

Τάκης Χατζηδημητρίου

Χρίστος Ρότσας

Δώρος Θεοδώρου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τον πιο πάνω προϋπολογισμό σε δύο συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στις 16 και στις 30 Οκτωβρίου 2000. Στο στάδιο της μελέτης του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, κλήθηκε και παρευρέθηκε ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης και ο γενικός διευθυντής του ίδιου οργανισμού.

Ο προϋπολογισμός του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης για το 2000 προβλέπει δαπάνες ύψους £2.028.840 και έσοδα ύψους £4.523.693.

Όπως είναι γνωστό, ο εν λόγω προϋπολογισμός κατατέθηκε στη Βουλή πολύ καθυστερημένα, κατά την πρώτη συνεδρίαση της νέας συνόδου της Βουλής στις 2 Οκτωβρίου 2000. Η επιτροπή, στα πλαίσια παλαιότερης δέσμευσής της, η οποία έχει κοινοποιηθεί σε όλους τους ημικρατικούς οργανισμούς, σύμφωνα με την οποία σε καμιά περίπτωση δε θα εξετάζει τους προϋπολογισμούς των οργανισμών αυτών, όταν αυτοί κατατίθενται εκπρόθεσμα στη Βουλή, αποφάσισε σε πρώτο στάδιο, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τις κοινωνικές ανάγκες που ο οργανισμός αυτός καλείται να εξυπηρετεί, να διερευνήσει τους λόγους της μη έγκαιρης κατάθεσης του εν λόγω προϋπολογισμού στη Βουλή.

Από την εξέταση του συγκεκριμένου αυτού θέματος προέκυψε ότι η καθυστέρηση στην κατάθεση του εν λόγω προϋπολογισμού οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στο Υπουργείο Οικονομικών, αφού ο προϋπολογισμός είχε παραπεμφθεί σε αυτό για έγκριση από το Νοέμβριο του 1999. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε ο εκπρόσωπος του αρμόδιου υπουργείου στην επιτροπή, η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της μελέτης του εν λόγω προϋπολογισμού οφειλόταν στο ότι εγείρονταν σ’ αυτόν σοβαρά θέματα αναβαθμίσεων και δημιουργίας νέων θέσεων, τα οποία έχρηζαν διεξοδικής μελέτης.

Η επιτροπή, θεωρώντας ότι ο συγκεκριμένος ημικρατικός οργανισμός επιτελεί υψίστης σημασίας κοινωνικό έργο και παρά το γεγονός ότι σε καμιά περίπτωση δεν αποδέχεται τη θέση του Υπουργείου Οικονομικών για το γεγονός ότι απαιτήθηκε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για την προώθηση του εν λόγω προϋπολογισμού στη Βουλή, αποφάσισε για τελευταία φορά να προχωρήσει στην εξέτασή του, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος για τη σε βάθος μελέτη του είναι απαράδεκτη και ταυτόχρονα αποτελεί έλλειψη σεβασμού προς το νομοθετικό σώμα.

Υπό το φως της πιο πάνω απόφασής της, η επιτροπή προχώρησε στην εξέταση του υπό συζήτηση προϋπολογισμού κατά την οποία ενημερώθηκε από τον πρόεδρο του οργανισμού για τα σχέδια και την πολιτική του, καθώς και για άλλες λεπτομέρειες, οι οποίες, μεταξύ άλλων, αφορούν τα σχέδια του οργανισμού για την αγορά οικοπέδου με σκοπό την ανέγερση ιδιόκτητων γραφείων.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, με βάση όλα τα πιο πάνω, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου σε νόμο για την έγκριση του εν λόγω προϋπολογισμού.

Ταυτόχρονα, με την ευκαιρία αυτή η επιτροπή καλεί τους αρμοδίους να μεριμνήσουν για την έγκαιρη κατάθεση στη Βουλή του προϋπολογισμού του οργανισμού για το 2001, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο το οποίο παρατηρήθηκε φέτος, να επιλαμβάνεται, δηλαδή, η Βουλή της εξέτασης των προϋπολογισμών ημικρατικών οργανισμών στη λήξη ουσιαστικά του έτους στο οποίο αυτοί αναφέρονται.

Ο πρόεδρος της επιτροπής, βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, για λόγους αρχής που άπτονται του θέματος της μη έγκαιρης κατάθεσης του εν λόγω προΰπολογισμού στη Βουλή δήλωσε ότι θα απόσχει από τη διαδικασία της ψήφισης του σχετικού νομοσχεδίου ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

 

1η Νοεμβρίου 2000

     

Back ] Up ] Next ]    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων